Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου

Τετ, Οκτ 21, 2026
Μεταξας

Ο “Οδηγητής” αναδημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από το αφιέρωμα του “Ριζοσπάστη” στις 31 Οκτωβρίου 2020, που δημοσιεύτηκε με αφορμή τα 80 χρόνια από τον ιταλοελληνικό πόλεμο. Τα κείμενα του αφιερώματος, που επιμελήθηκε η Συντακτική Επιτροπή του “Ριζοσπάστη”, βασίζονται στις συλλογικές επεξεργασίες του Κόμματος, όπως αποτυπώνονται στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ τ. Α2 (1918-1939) και τ. Β1 (1939-1949), σε εκδόσεις του Τμήματος Ιστορίας και σε κείμενα του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

 


 

Το βράδυ της 4ης Αυγούστου 1936 δημοσιεύτηκε σε έκτακτο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος λίγους μήνες πριν είχε διοριστεί από τον βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β’ στη θέση του υπουργού Στρατιωτικών ενώ λίγο αργότερα ανέλαβε πρωθυπουργός με ψήφο εμπιστοσύνης της ελληνικής Βουλής.

Το διάγγελμα που τοιχοκολλήθηκε σε κεντρικά σημεία της Αθήνας και του Πειραιά ανέφερε: «Η Κυβέρνησις (...) προέβη, τη εγκρίσει της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως, εις την κήρυξιν του Στρατιωτικού Νόμου καθ' άπασαν την χώραν, και την διάλυσιν της Βουλής».

Παράλληλα δημοσιεύτηκαν τα πρώτα διατάγματα της δικτατορικής κυβέρνησης, που προέβλεπαν: Την αναστολή των διατάξεων 8 άρθρων του Συντάγματος σε όλο το κράτος, τη διάλυση της Βουλής και την επιστράτευση των εργαζομένων σε υπηρεσίες “δημοσίας ωφελείας” (σιδηροδρομικοί, τροχιοδρομικοί κ.ά.).

Οι ενέργειες του Μεταξά, ο οποίος άλλωστε προετοιμαζόταν από καιρό για την κήρυξη της δικτατορίας, έγιναν σε συνεργασία με τον Γεώργιο Β' και με τη σύμφωνη γνώμη και στήριξη της Μεγάλης Βρετανίας. Το “κλίμα” υπέρ μιας δικτατορικής λύσης ευνοούσαν επίσης η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού στην Ιταλία και στη Γερμανία, καθώς και ο γενικότερος αντικομμουνισμός που οργίαζε.

Η επιβολή της δικτατορίας εξυπηρετούσε την ανάγκη της αστικής τάξης να θωρακίσει ακόμα περισσότερο την εξουσία της, σε συνθήκες όξυνσης των ενδοαστικών αντιθέσεων και ενόψει του επερχόμενου Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ταυτόχρονα υπήρχε και ο φόβος του εργατικού - λαϊκού κινήματος. Ο κίνδυνος για την αστική εξουσία μπορεί να μην ήταν άμεσος, όπως επικαλούνταν η προπαγάνδα της 4ης Αυγούστου, έπρεπε όμως να ενταθούν τα κατασταλτικά μέτρα αποτροπής αυτού του κινδύνου, να χτυπηθεί και να αντιμετωπιστεί το εργατικό-λαϊκό κίνημα και η πρωτοπορία του, το ΚΚΕ, αποφασιστικά.

Η παρατεταμένη αστάθεια του αστικού πολιτικού συστήματος, με τελευταίο “επεισόδιο” την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, που επικαλέστηκε και ο Μεταξάς έκανε αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας του με την ίδια (την κοινοβουλευτική) μορφή. Ειδικά σε συνθήκες προετοιμασίας και διεξαγωγής του πολέμου, που απαιτούσαν πιο συγκεντρωτική άσκηση της κρατικής εξουσίας και ταχύτατη λήψη αποφάσεων, οι δημοκρατικές διαδικασίες, μπλεγμένες μάλιστα στη διελκυστίνδα των ενδοαστικών αντιθέσεων, αποτελούσαν για την αστική τάξη μια επικίνδυνη πολυτέλεια. Τελικά η ίδια η Βουλή με απόφαση της στις 30 Απριλίου εγκρίνει ψήφισμα, με το οποίο διακόπτει τις εργασίες της για πέντε μήνες, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου. Στις 4 Αυγούστου 1936 κηρύσσεται η δικτατορία Μεταξά.

 

Η αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου

 

Το κεφάλαιο στήριξε άμεσα τη δικτατορία ακόμη και με τη συμμετοχή εκπροσώπων του στις κυβερνήσεις της. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος, ιδιοκτήτης της τσιμεντοβιομηχανίας “ΑΓΕΤ Ηρακλής” και πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων και Βιοτεχνών Ελλάδας, που είχε πρωτοστατήσει στη σφαγή των εργατών στο Πασαλιμάνι το 1923 και ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας στην πρώτη δικτατορική κυβέρνηση. Η Εθνική Τράπεζα “εκπροσωπήθηκε” επίσης με υψηλόβαθμα νυν και πρώην στελέχη της στις κυβερνήσεις της 4ης Αυγούστου (Αλέξανδρος Κορυζής, Ιωάννης Αρβανίτης, Α. Αποστολίδης, Δ. Μάξιμος). Με βάση τα στοιχεία, για 38 υπουργούς και στελέχη της δικτατορίας, το 10% ήταν τραπεζικά στελέχη και το 6% βιομήχανοι ή άλλοι επιχειρηματίες.

Η αντίδραση των αστικών κομμάτων κατά της δικτατορίας ήταν γενικά αναιμική. Περιορίστηκε σε διαβήματα, υπομνήματα στον βασιλιά και έκδοση προκηρύξεων. Κοινή συνισταμένη των αστικών πολιτικών δυνάμεων ήταν ο αντικομμουνισμός. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι το σύνολό τους είχε στηρίξει την απόφαση του βασιλιά να αναθέσει την πρωθυπουργία στον Μεταξά το 1936, παρόλο που ηγούνταν ενός μικρού κοινοβουλευτικά κόμματος, το οποίο στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 είχε καταλάβει 7 έδρες.

 

Η οικονομική πολιτική της 4ης Αυγούστου

 

(…) Η μεγαλύτερη, ίσως, “προσφορά” της 4ης Αυγούστου στο κεφάλαιο ήταν η επιβολή της “εργασιακής ειρήνης”, μέσω της απαγόρευσης των απεργιών, του ελέγχου των σωματείων κ.ά. Η 4η Αυγούστου υπήρξε εγγυητής και υπερασπιστής των συμφερόντων του κεφαλαίου. Από τις στατιστικές της δικτατορίας προκύπτει ότι η κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων τα χρόνια εκείνα ενισχύθηκε σημαντικά.

Ταυτόχρονα, η δικτατορία πήρε μια σειρά από μέτρα και επέκτεινε ορισμένες ρυθμίσεις και μέτρα που είχαν πάρει προηγούμενες αστικές κυβερνήσεις,  κάτω από τη πίεση των αγώνων του εργατικού λαϊκού κινήματος, τα οποία επεδίωκε να αξιοποιήσει για να ενσωματώσει εργατικές - λαϊκές μάζες, Τέτοια μέτρα ήταν η λειτουργία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) (τα αποθεματικά του οποίου βούτηξε την περίοδο 1939 - 1940, για λόγους “εθνικής άμυνας”), η επέκταση του 8ώρου σε μια σειρά κλάδων, η διαγραφή των αγροτικών χρεών κ.ά. Τα μέτρα αυτά στη συγκεκριμένη συγκυρία εξυπηρετούσαν, πέρα από την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης και του λαού, την κερδοφορία του κεφαλαίου, την ενδυνάμωση και στερέωση του καπιταλιστικού συστήματος. Για παράδειγμα, η μείωση των αγροτικών χρεών επέτρεπε στους βιομηχανικούς ομίλους να επεκταθούν σε μια μεγαλύτερη αγορά και ειδικά ορισμένους που δραστηριοποιούνταν στα λιπάσματα ή στην παραγωγή αγροτικών μηχανημάτων. Τα περισσότερα από τα δήθεν “φιλεργατικά – φιλοαγροτικά” μέτρα δεν προσέφεραν καμία ουσιαστική ανακούφιση στους εργάτες και τους φτωχούς αγρότες. Η εκμετάλλευση, το χαράτσωμα και η ακρίβεια εντάθηκαν.

 

Η εξωτερική πολιτική της δικτατορίας

 

Επί πολλά χρόνια είχε διαμορφωθεί η άποψη ότι η εξωτερική πολιτική της 4ης Αυγούστου έκλινε προς την πλευρά της Γερμανίας. Σε αυτό συντέλεσε το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μεταξά όχι μόνο διατηρούσε καλές σχέσεις με τη χιτλερική Γερμανία, αλλά επιπλέον επιδίωκε τη σύσφιξή τους. Στα χρόνια της 4ης Αυγούστου αναπτύχθηκαν οι εμπορικές συναλλαγές με τη Γερμανία, ενώ πρωτοκλασάτοι του ναζισμού (Γκέμπελς κ.ά.) είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα. Ακόμη, στελέχη της Κρατικής Ασφάλειας είχαν εκπαιδευτεί στα βασανιστήρια και στην αντικομμουνιστική δίωξη στις σχολές του Χ. Χίμλερ, αρχηγού των ναζιστικών “SS”.

Στην παραπάνω άποψη συντελούσε και η θέση της κυβέρνησης Μεταξά για “ουδετερότητα” σε ενδεχόμενο πόλεμο. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση η στάση της “ουδετερότητας” δεν σήμαινε και μετακίνηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς το φασιστικό στρατόπεδο. Η κυβέρνηση Μεταξά άλλωστε γνώριζε ότι η όποια προσπάθειά της να μην ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τη Μ. Βρετανία θα έβρισκε αντιμέτωπους με εκείνη, τον βασιλιά, αλλά και δικά της στελέχη, με αποτέλεσμα την πτώση της.

Ήδη από το 1934 ο Μεταξάς είχε δηλώσει: «Η Ελλάς δύναται να θέσει ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου εις το οποίον ευρίσκετο η Αγγλία» (...)

Ακόμη πιο σαφής ήταν ο Μεταξάς μιλώντας στις αρχές Μάη του '40 με το Βρετανό δημοσιογράφο Αρθουρ Μάρτον: «Είμεθα ουδέτεροι εφ' όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτε δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία (…). Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης».

Το συντριπτικά μεγάλο τμήμα της αστικής τάξης στην Ελλάδα, ιδιαίτερα το εφοπλιστικό κεφάλαιο, λόγω των συμφερόντων του και των πολύχρονων δεσμών του με την αστική τάξη της Βρετανίας από τη γέννηση του ελληνικού κράτους, είχε επιλέξει τη συμπόρευση με τη βρετανική πολιτική.

Βεβαίως, ένα τμήμα του εγχώριου κεφαλαίου, κυρίως εκείνο που ωφελούνταν από τις εισαγωγές - εξαγωγές σε αναπτυσσόμενους κλάδους με τη Γερμανία, προσανατολιζόταν σε συμμαχία μαζί της, εκτιμώντας, πέρα από τα οικονομικά συμφέροντα, ότι η Γερμανία και όχι η Βρετανία και η Γαλλία ήταν σε θέση να συντρίψει τη Σοβιετική Ένωση

 

Το ΚΚΕ, ο ταξικός αντίπαλος της 4ης Αυγούστου

 

Το ΚΚΕ υπήρξε ο βασικός, ο ταξικός αντίπαλος της δικτατορίας, της οποίας διακηρυγμένος στόχος ήταν η καταπολέμηση του κομμουνισμού. Με ιδιαίτερη μανία η δικτατορική κυβέρνηση και τα κρατικά όργανα επιτέθηκαν στο ΚΚΕ και την Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), με στόχο την πολιτική και ηθική τους εξόντωση.

Από την πρώτη μέρα της δικτατορίας, η Γενική Ασφάλεια Αθηνών και η Ειδική Ασφάλεια έθεσαν σε εφαρμογή, όπως είχαν διαταχθεί, σχέδια σύλληψης στελεχών του ΚΚΕ, τα οποία όμως δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Αμέσως μετά την επιβολή της, η δικτατορία προχώρησε στη θέσπιση αντικομμουνιστικού νομικού πλαισίου. Στις 12 Αυγούστου 1936 συγκροτήθηκε το υφυπουργείο της Δημόσιας Ασφάλειας. Δυο μέρες μετά, στη θέση του υφυπουργού διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο οποίος αποτέλεσε την “ψυχή” της αντικομμουνιστικής δράσης.

Το πρώτο μεγάλο χτύπημα στον παράνομο μηχανισμό του δέχτηκε το ΚΚΕ το Σεπτέμβρη του 1936, όταν συνελήφθη ο ΓΓ της ΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης. Αμέσως μεταφέρθηκε στην Ασφάλεια Πειραιά. Στις 22 Νοέμβρη 1936 μεταφέρθηκε στις φυλακές Κέρκυρας και από κει, το 1940, στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας. Η επίθεση στο ΚΚΕ κορυφώθηκε την περίοδο λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, με μαζικές συλλήψεις μελών της ΚΕ και του ΠΓ του Κόμματος.

Κατά την τετράχρονη Μεταξική δικτατορία, χιλιάδες κομμουνιστές και κομμουνίστριες πέρασαν από τις φυλακές και τις εξορίες. Στο ξεκίνημα του ιταλοελληνικού πολέμου οι κρατούμενοι και εξόριστοι κομμουνιστές ανέρχονταν σε περίπου 2.000 άντρες και γυναίκες. Πολλοί πέθαναν ή αρρώστησαν βαριά έγκλειστοι ή εξόριστοι, άλλοι παραδόθηκαν από το καθεστώς στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές, ανάμεσά τους και ο Ν. Ζαχαριάδης.

 

 Ο ιταλοελληνικός πόλεμος μέρος του Β' Παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού Πολέμου

 

Ο ιταλοελληνικός πόλεμος δεν αιφνιδίασε κανέναν. Η επικείμενη έναρξή του έγινε βεβαιότητα όταν, στις 15 Αυγούστου 1940, ιταλικό υποβρύχιο βύθισε στο λιμάνι της Τήνου το πολεμικό πλοίο “Ελλη”, ενώ πραγματοποιούνταν και άλλες προκλήσεις από την πλευρά της ιταλικής κυβέρνησης. Εκείνο το διάστημα τέθηκε σε εφαρμογή περιορισμένη επιστράτευση που στην συνέχεια διευρύνθηκε.

Ο ιταλοελληνικός πόλεμος αποτέλεσε συστατικό μέρος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτόν τον πόλεμο, πέρα από τον ελληνικό και τον ιταλικό στρατό που εμπλέκονταν άμεσα στο πρώτο στάδιο της διεξαγωγής του, άμεσα επίσης συμμετείχαν η Γερμανία και η Αγγλία, η πρώτη από τις 6 Απρίλη 1941 μαζί με την Ιταλία και η δεύτερη μαζί με την Ελλάδα από το Μάρτη του 1941.

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτώβρη 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα επέδωσε στον Μεταξά το τελεσίγραφο του Μουσολίνι, ηγέτη της φασιστικής Ιταλίας με το οποίο ζητούσε να επιτρέψει στον ιταλικό στρατό να καταλάβει μέσα στο ελληνικό έδαφος διάφορες θέσεις στρατηγικής σημασίας. Ο Μεταξάς απέρριψε το τελεσίγραφο. Στο μεταξύ, η επίθεση της Ιταλίας είχε αρχίσει πριν ακόμα λήξει η τρίωρη προθεσμία που όριζε αυτό.

Η απόφαση της ελληνικής αστικής τάξης να υπερασπιστεί την ακεραιότητα του ελληνικού χώρου ήταν ομόθυμη. Επιβεβαιώνεται ότι καμιά αστική τάξη δεν παραχωρεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα, δηλαδή καμιά αστική τάξη δεν δέχεται το διαμελισμό της εσωτερικής της αγοράς και τον περιορισμό της εξουσίας της. Ακόμα, επιβεβαιώνεται ότι σε περίπτωση που εξαναγκαστεί να τα αποδεχτεί (στρατιωτική κατοχή, απώλεια εδαφών μετά από πόλεμο κ.α) ποτέ δεν παραιτείται από την προσπάθεια επανάκτησης τους με οποιοδήποτε δυνατό μέσο. Ακόμα και όταν παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα με τη θέληση της (συμμετοχή σε διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς), πάλι ο στόχος της είναι να διευρύνει τις διεθνείς συμμαχίες της, προκειμένου να θωρακίσει την εξουσία της, να διευρύνει την οικονομική και πολιτική επιρροή της.


 

Το ΚΚΕ παρά τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν με βάση και τις διώξεις της μεταξικής δικτατορίας, κατάφερε κάτω από τη μύτη του ξένου κατακτητή και του κομματιού της ελληνικής αστικής τάξης που τον στήριζε, να οργανώσει την αντίσταση. Το 1941, με μόλις 350 ελεύθερα μέλη, έθεσε έναν στόχο “ανέφικτο”, για όποιον έβλεπε τον συσχετισμό δυνάμεων ως στάσιμο. Πολλά στελέχη του Κόμματος κατάφεραν να δραπετεύσουν από τις φυλακές και μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του κόμματος που βρίσκονταν στην παρανομία αποτέλεσαν την καρδιά του αγώνα.

Το 1940 ο ελληνικός λαός τράβηξε το δικό του δρόμο. Αυτός ήταν που βροντοφώναξε το πραγματικό “Όχι” στα βουνά της Πίνδου. Το “όχι” του λαού άλλωστε εκφράστηκε και μετά την εισβολή των Γερμανών και την τριπλή φασιστική κατοχή με την ένοπλη Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ με καθοδηγητή και κύριο αιμοδότη το ΚΚΕ.