140 χρόνια από τη γέννηση του Β. Ι. ΛΕΝΙΝ “ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ”
«Χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρξει
και επαναστατικό κίνημα»
Το Κόμμα Νέου Τύπου
Πλήρης ρήξη με τους σκοπούς και τον τρόπο οργάνωσης
των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της δεύτερης διεθνούς
Η Λενινιστική θεωρία για τον Ιμπεριαλισμό
-Το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού – η εποχή των
-Πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό χωρίς πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό είναι κούφια φράση και απάτη
-Σοσιαλισμός και πόλεμος. Αντιπαράθεση με το ρεφορμισμό που είχε εξελιχθεί σε σοβινισμό
Κράτος και επανάσταση
Για τη Σοσιαλιστική οικοδόμηση
Το έργο του Λένιν… στη “Σύγχρονη Εποχή”
Στις 22 Απρίλησυμπληρώθηκαν 140 χρόνια από τη γέννηση του Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ, που έμεινε στην ιστορία με το επαναστατικό του όνομα, Λένιν.
Η μελέτη του έργου του Λένιν είναι απαραίτητο στοιχείο για τη διαμόρφωση της επαναστατικής προσωπικότητας του νέου κομμουνιστή. Αυτό το διαχρονικό καθήκον γίνεται ακόμα πιο επιτακτικό στις μέρες μας που η καπιταλιστική οικονομική κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη και η όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού αναδεικνύει πιο έντονα τον ιστορικά παρωχημένο χαρακτήρα του. Βέβαια, παρά τον παρωχημένο χαρακτήρα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, το καπιταλιστικό σύστημα με το αστικό κράτος και τους άλλους μηχανισμούς του έχει εμπειρία να ενσωματώνει, να χειραγωγεί να απορροφά κραδασμούς προκειμένου να μη διαρραγεί ο “κοινωνικός ιστός”, όπως λένε, δηλαδή να μη διαρρηχτεί το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Θέλουμε να αναδείξουμε την καθοριστική συμβολή του Β.Ι. Λένιν στην αναζωογόνηση της επαναστατικής κατεύθυνσης στο εργατικό κίνημα της εποχής του, με το θεωρητικό–πολιτικό του έργο και την πολιτική πρακτική του δράση. Ο Λένιν δεν ξέθαψε απλά τις θεωρητικές υποθήκες των Μαρξ και Ένγκελς από την οπορτουνιστική σκόνη, αλλά τις εμπλούτισε σε νέες συνθήκες.
Μέσα από το σύνολο του έργου του Λένιν αναδεικνύεται η πάλη που διεξήγαγε ενάντια στον αναθεωρητισμό σε ό,τι αφορά την επαναστατική θεωρία της εργατικής τάξης, ενάντια στο πέρασμα της αστικής ιδεολογίας στις γραμμές του εργατικού κινήματος, ενάντια στο ρεφορμισμό στο πεδίο της ταξικής πάλης, ενάντια στην υποταγή των γενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης στα παροδικά και πρόσκαιρα συμφέροντα της εργατικής αριστοκρατίας – της κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού.
Ο Β. Ι. Λένιν στην εποχή του καθοδήγησε την πάλη με τον οπορτουνισμό για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης από την επίδραση της αστικής ιδεολογίας. Από εκείνη την περίοδο ακόμα η ιστορία του εργατικού κινήματος αναδεικνύει πλούσια θετική και αρνητική πείρα, η κυριαρχία του οπορτουνισμού οδήγησε το εργατικό κίνημα σε λήθαργο, σε ταξική ειρήνη και σε υποταγή στις επιδιώξεις του κεφαλαίου. Ενώ σε κρίσιμες καμπές της ιστορίας, σε επαναστατικές ανόδους, η μη ολοκληρωμένη ρήξη με τον οπορτουνισμό οδήγησε την εργατική τάξη σε βαριές ήττες όπως στην περίπτωση των επαναστάσεων στη Γερμανία (1918-19) και την Ουγγαρία (1919). Αντίθετα, η κατανόηση της πάλης ενάντια στον οπορτουνισμό ήταν βασικός παράγοντας της νίκης της Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία, αποτέλεσε όρο ώστε οι μπολσεβίκοι να έχουν “την τόλμη να νικήσουν” και να πάρουν την εξουσία αντί να δώσουν χείρα βοηθείας στον καπιταλισμό.
Σε επόμενες δεκαετίες κομμουνιστικά κόμματα στις καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης όπως το Ιταλικό, το Γαλλικό και το Ισπανικό ΚΚ, εξελίχθηκαν σε κόμματα του λεγόμενου “ευρωκομμουνισμού”, ενώ στην πορεία μετατράπηκαν σε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με κομμουνιστικό μανδύα.
Η πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό αφορά και τη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως επισημαίνει και το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Ο οπορτουνισμός σε μια πορεία κυριάρχησε και ολοκληρώθηκε σε αντεπαναστατική δύναμη στα πλαίσια του ίδιου του ΚΚΣΕ, ώστε στο τέλος η ίδια η ηγεσία του ΚΚΣΕ έθεσε το ζήτημα της επανόδου στον καπιταλισμό.
Το Κόμμα μας, στα πάνω από 90 χρόνια δράσης του, αποκόμισε πλούσια πείρα για την ανάγκη πάλης ενάντια στον οπορτουνισμό. Αυτό που η αστική τάξη δεν κατάφερε να πετύχει με την ένοπλη βία του αστικού κράτους, τις φυλακές, τις εξορίες, τις εκτελέσεις κομμουνιστών επιδιώχθηκε δύο φορές από τη φραξιονιστική δράση των οπορτουνιστών που επιδίωξαν τη διάλυση του ΚΚΕ. Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 έβαλαν στην ημερήσια διάταξη τη διάλυση του ΚΚΕ και τη διάχυσή του μέσα στην ΕΔΑ, και πριν 20 χρόνια επιδίωξαν τη διάχυσή του στον τότε “Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου”.
Την περίοδο 1989-1991 η τελική πράξη της αντεπανάστασης και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στο έδαφος της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αποκάλυψε την έκταση της διάβρωσης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος από τον οπορτουνισμό.
Σήμερα παρά τα όποια βήματα έγιναν, το Διεθνές Κομμουνιστικό Κινήμα παραμένει σε κρίση, είναι οργανωτικά και ιδεολογικά κατακερματισμένο. Βασικό γνώρισμά του εξακολουθεί να είναι η διαπάλη ανάμεσα σε επαναστατικές κομμουνιστικές απόψεις και τις ρεφορμιστικές οπορτουνιστικές, διαπάλη που είναι σε εξέλιξη σε όλες τις περιοχές και στο εσωτερικό μιας σειράς κομμάτων. Στο επίκεντρο της διαπάλης είναι: Η επικαιρότητα του μαρξισμού - λενινισμού, η αναγκαιότητα και η ρεαλιστικότητα του σοσιαλισμού σε συνθήκες προσωρινής νίκης της αντεπανάστασης. Ο χαρακτήρας του ιμπεριαλισμού και των ιμπεριαλιστικών διακρατικών ενώσεων. Η πολιτική των συμμαχιών, η στάση των κομμουνιστών στην καπιταλιστική κρίση και στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Βασικό ζήτημα είναι η στάση απέναντι στη Σοσιαλιστική Οικοδόμηση στον 20ο αιώνα.
Γι’ αυτό ακριβώς σήμερα είναι ακόμα πιο αναγκαία η μελέτη της λενινιστικής κληρονομιάς ειδικά σε ό,τι αφορά την πάλη του ενάντια σε οπορτουνιστικές αντιλήψεις της εποχής του, που δεν διαφέρουν βέβαια ουσιαστικά από τις σημερινές. Η επαναστατική στρατηγική των Μπολσεβίκων που δικαιώθηκε ιστορικά, διαμορφώθηκε σε αδιάλλακτη πάλη με τον οπορτουνισμό. Τα έργα πολεμικής του Λένιν ενάντια στον οπορτουνισμό, διατηρούν την αξία, τη ζωντάνια και την επικαιρότητά τους τόσες δεκαετίες μετά, γιατί είναι επίκαιρη, επιτακτικά αναγκαία για το επαναστατικό κίνημα η πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό, αφού στην ίδια βάση το δηλητήριο του οπορτουνισμού αναπαράγεται και στη σύγχρονη εποχή.
Αυτό το μικρό ένθετο έχει στόχο να λειτουργήσει ως επίκαιρος οδηγός για τη μελέτη του έργου του Λένιν από τους αναγνώστες του “Οδηγητή”.
«Χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρξει
και επαναστατικό κίνημα»
Οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς με τη διαμόρφωση του ιστορικού υλισμού απέδειξαν οτι η ανάπτυξη των ταξικών κοινωνιών δεν είναι αποτέλεσμα μιας αργής εξελικτικής διαδικασίας, αλλά οτι η εξέλιξη πραγματοποιείται με άλματα, με επαναστάσεις. Επαναστάσεις που έφερναν στην εξουσία την ανερχόμενη ιστορικά τάξη. Μέσα από έργο του Κάρλ Μάρξ, “Το Κεφάλαιο”, με τη θεωρία της υπεραξίας απέδειξε επιστημονικά τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, γεγονός που μπορεί να αλλάξει μόνο με την ανατροπή του. Με τη θεωρία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, δηλαδή της διαδικασίας μετατροπής της υπεραξίας σε κεφάλαιο, απέδειξε πως το σύνολο του παραγόμενου πλούτου της καπιταλιστικής παραγωγής είναι αποτέλεσμα της δουλιάς των σημερινών εργατών και των προγόνων τους. Μέσα από την ιστορική τάση αυτής της διαδικασίας, που φέρνει όξυνση των αντιθέσεων ανέδειξε την αναγκαιότητα και δυνατότητα οι άμεσοι παραγωγοί του πλούτου, οι εργάτες, να απαλλοτριώσουν την καπιταλιστική ιδιοκτησία και να τη μετατρέψουν σε κοινωνική ιδιοκτησία. Ήδη στην εποχή των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, με τη λειτουργία της μετοχικής εταιρείας είχε διαφανεί ο παρασιτικός ρόλος του κεφαλαίου, δηλαδή ότι ο κάτοχος του κεφαλαίου δεν εξυπηρετεί καμιά ανάγκη της παραγωγής. Ο Β.Ι. Λένιν ανέπτυξε το μαρξισμό σε συνθήκες παραπέρα εξέλιξης των τάσεων που ανέδειξαν οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού.
Η επιστημονική εργασία και η πάλη του Λένιν ενάντια στη νόθευση της επαναστατικής θεωρίας, απέναντι στην αστική και οπορτουνιστική διαστρέβλωσή της αποτέλεσε καθήκον πρώτης γραμμής, που διέπει όλο το έργο του. Ο Λένιν παρά τη δύσκολη ζωή του διωκόμενου επαγγελματία επαναστάτη αφιέρωσε πολλές δυνάμεις για την υπεράσπιση και την ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού, της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και της επαναστατικής πολιτικής. Με θεωρητική αυστηρότητα υπεράσπισε τον επαναστατικό μαρξισμό μέσω της παραπέρα ανάπτυξής του.
Το 1897 στο έργο του “Τα καθήκοντα των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών” τόνιζε την αξία της επαναστατικής θεωρίας:
«Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρχει και επαναστατικό κίνημα …Το να ονομάζεις λεπτομέρειες αυτά τα σπουδαιότατα επαναστατικά ζητήματα, όπως είναι η θεωρία της ταξικής πάλης, η υλιστική αντίληψη της ρώσικης ιστορίας και η υλιστική εκτίμηση της σημερινής οικονομικής και πολιτικής κατάστασης της Ρωσίας, η αναγνώριση της ανάγκης ν’ ανάγεται η ταξική πάλη στα συγκεκριμένα συμφέροντα μιας ορισμένης τάξης, αναλύοντας τη σχέση της προς τις άλλες τάξεις, το να ονομάζεις αυτά τα σπουδαιότατα επαναστατικά ζητήματα “λεπτομέρειες”,- είναι… κολοσσιαίο λάθος»1.
Από εκείνη την πρώτη περίοδο δράσης του Λένιν ξεχωρίζουν έργα όπως το “Απ’ αφορμή το λεγόμενο πρόβλημα των αγορών”, το έργο “Τι είναι οι Φίλοι του Λαού και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες” και ιδιαίτερα το έργο “Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία”, που ξεκίνησε να γράφεται το 1896, ενώ ολοκληρώθηκε και δημοσιεύθηκε το 1899.
Ο Λένιν έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην αποκάλυψη των θεωριών που ανέπτυσσαν οι ναρόντνικοι2 οικονομολόγοι, οι οποίοι αρνούνταν το γεγονός της ανάπτυξης του καπιταλισμού στη Ρωσία και παραγνώριζαν τη συγκέντρωση της εργατικής τάξης και τον πρωτοπόρο ρόλο της. Θεωρούσαν ως στρέβλωση της καπιταλιστικής ανάπτυξης την καταστροφή της μικρής παραγωγής και υποστήριζαν τη διατήρησή της. Ταυτόχρονα, ο Λένιν αντιπαρατέθηκε στους αντιπάλους των ναρόντνικων τους λεγόμενους “νόμιμους μαρξιστές”, οι οποίοι προπαγάνδιζαν την ένταση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αξιοποιούσαν το μαρξισμό για να στηρίξουν την αστική τάξη στην πάλη της ενάντια στον τσάρο. Έτσι δημοσίευαν “μαρξιστικά” άρθρα και αναλύσεις σε νόμιμα περιοδικά της εποχής, είχαν θέσεις καθηγητών στα πανεπιστήμια. Γι’ αυτό και οι απόψεις τους γνώριζαν εκτεταμένη διάδοση με τη στήριξη της αστικής τάξης.
Οι Μαρξ και Ένγκελς με το σύνολο του έργου τους είχαν αντιπαρατεθεί σε ανάλογες μικροαστικές θεωρίες στην εποχή τους, έτσι ο μαρξισμός πέτυχε την ιδεολογική συντριβή τους. Για την πορεία των πραγμάτων μετά το θάνατο του Μαρξ (1883) και του Ένγκελς (1894) ο Λένιν στο άρθρο του “Μαρξισμός και αναθεωρητισμός” επισημαίνει:
«Ο προμαρξικός σοσιαλισμός τσακίστηκε. Τώρα συνεχίζει την πάλη όχι πια πάνω στο δικό του αυτοτελές έδαφος, μα πάνω στο γενικό έδαφος του μαρξισμού, σαν αναθεωρητισμός»3.
Στο ίδιο άρθρο του αναδεικνύει τα προβλήματα που προέκυπταν από την αναθεώρηση του μαρξισμού στον τομέα της φιλοσοφίας:
«Ο μαρξισμός σέρνονταν στην ουρά της αστικής καθηγητικής “επιστήμης”. Οι καθηγητές γυρνούσαν “πίσω προς τον Καντ”,- και ο αναθεωρητισμός σέρνονταν πίσω από τους νεοκαντιανούς, οι καθηγητές επαναλάμβαναν τις χιλιοειπωμένες κοινοτοπίες των παπάδων ενάντια στο φιλοσοφικό υλισμό, και οι αναθεωρητές χαμογελώντας συγκαταβατικά, μουρμούριζαν… ότι ο υλισμός έχει “ανασκευαστεί από καιρό”. Οι καθηγητές μεταχειρίζονταν το Χέγκελ σαν “ψόφιο σκυλί”…σήκωναν περιφρονητικά τους ώμους τους για τη διαλεκτική και οι αναθεωρητές σέρνονταν ξοπίσω τους μέσα στο βάλτο του φιλοσοφικού εκχυδαϊσμού της επιστήμης, αντικαθιστώντας την “περίπλοκη” (και επαναστατική) διαλεκτική με την απλή (και ήρεμη) “εξέλιξη”… Δεν χρειάζεται να πούμε ποια ήταν η πραγματική ταξική σημασία τέτοιων “διορθώσεων” στο Μαρξ το πράγμα φαίνεται από μόνο του.»4
Ο Λένιν έδωσε τεράστια σημασία στην απάντηση αναθεωρητικών απόψεων στον τομέα της φιλοσοφίας, που είχαν αρχίσει να διαδίδονται και στις γραμμές των μπολσεβίκων την περίοδο μετά την ήττα της επανάστασης του 1905. Το Μάη του 1909 εκδόθηκε το έργο “Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός. Κριτικά σημειώματα για μια αντιδραστική φιλοσοφία”.
Ο Β.Ι. Λένιν αντιμετώπισε την επαναστατική θεωρία ως επιστήμη, η οποία αναπτύσσεται, δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια ηθικολογική προσέγγιση των κοινωνικών προβλημάτων, πολύ περισσότερο δεν είναι μια θρησκευτικού τύπου πίστη σε κάποια δοξασία όπως θέλουν να την παρουσιάζουν αστοί και οπορτουνιστές διανοητές. Με λίγα λόγια η επιστημονική θεωρία της εργατικής τάξης “δεν είναι δόγμα” ούτε νεκρό γράμμα. Αντίθετα, διαλεκτικά εξετάζοντας τη ζωντανή πραγματικότητα αποτελεί απαραίτητο όρο για τη χάραξη επαναστατικής πολιτικής να αναπτύσσεται η θεωρία από το κόμμα της εργατικής τάξης. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την προσπάθεια του αναθεωρητισμού να προσαρμόζει την επαναστατική θεωρία στις αστικές επιδράσεις και τις αστικές πιέσεις. Διδακτικά είναι τα όσα έγραφε ο Β.Ι. Λένιν το 1907.
«Η διδασκαλία του Μαρξ συνέδεσε σε ένα αδιάρρηκτο σύνολο τη θεωρία και την πράξη της ταξικής πάλης. Και δεν είναι μαρξιστής εκείνος ο οποίος τη θεωρία που διαπιστώνει με νηφαλιότητα την αντικειμενική κατάσταση, τη διαστρεβλώνει για να δικαιολογήσει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και φτάνει ως το σημείο να επιδιώκει να προσαρμοστεί το γρηγορότερο σε κάθε προσωρινή υποχώρηση της επανάστασης, να αποτινάξει το γρηγορότερο “τις επαναστατικές αυταπάτες” και να καταπιαστεί με τις ρεαλιστικές ασημαντολογίες»5.
Πλήρης ρήξη µε τους σκοπούς και τον τρόπο οργάνωσης
των σοσιαλδηµοκρατικών κοµµάτων της δεύτερης διεθνούς.
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Ρωσία και η ταυτόχρονη επέκταση των μαρξιστικών κύκλων και ομάδων προετοίμασαν τους όρους για τη συνένωση του επιστημονικού σοσιαλισμού με το μαζικό εργατικό κίνημα, για τη δημιουργία προλεταριακού κόμματος στη Ρωσία.
Ο Β.Ι. Λένιν συνέδεσε την ύπαρξη του κόμματος της εργατικής τάξης με την ανάγκη πολιτικής πάλης, δηλαδή με την πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. Ο Β.Ι. Λένιν ανέδειξε την ανάγκη ανόδου από την αυθόρμητη πάλη που περιοριζόνταν στην οργάνωση απεργιών για τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, στη συνειδητή πάλη για την εξουσία.
Ο Β.Ι. Λένιν επεξεργάστηκε τις αρχές οργάνωσης και λειτουργίας του Κόμματος που πρέπει να ανταποκρίνεται στους επαναστατικούς σκοπούς του προλεταριάτου.
Κυρίαρχος τύπος Εργατικών Κομμάτων στις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν αυτός των Κομμάτων που αποτελούσαν τη Σοσιαλιστική και Εργατική Διεθνή (Β’ Διεθνή). Ήταν κόμματα στα οποία συνυπήρχαν διαφορετικά ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα. Παρά τις διακηρύξεις τους για σοσιαλιστική επανάσταση είχαν συμφιλιωθεί με το καπιταλιστικό σύστημα. Η πρακτική τους δράση έδειξε ότι στις γραμμές τους είχε κυριαρχήσει ο οπορτουνισμός παρά την ύπαρξη και συνεπών μαρξιστών. Οι αρχές οργάνωσης και λειτουργίας αυτών των κόμματων ήταν προσαρμοσμένες απόλυτα στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος ενώ στο ιδεολογικό επίπεδο συνυπήρχαν ο μαρξισμός μαζί με αστικές θεωρίες. Έτσι, τον πρώτο λόγο είχε η κοινοβουλευτική τους ομάδα και οι βουλευτές της συντόνιζαν τις οργανώσεις του κόμματος που έπαιζαν το ρόλο εκλογικού μηχανισμού.
Αυτή η παλιού τύπου οργάνωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων δεν είχε καμιά σχέση με την οργάνωση που είχε ανάγκη η εργατική τάξη πολύ περισσότερο στην εποχή του ιμπεριαλισμού – την εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας ήταν προσαρμοσμένος αποκλειστικά στις λειτουργίες του αστικού κοινοβουλευτισμού, αύξανε τις αυταπάτες στην εργατική τάξη, αποτελούσε αγωγό περάσματος της αστικής ιδεολογίας στην εργατική τάξη και το Κόμμα της. Ο Λένιν έλεγε ότι: «τον οπορτουνισμό τον έθρεψε ο λεγκαλισμός»6.
Ο Λένιν επεξεργάστηκε τις αρχές οργάνωσης του Κόμματος Νέου Τύπου, δηλαδή τις αρχές του Επαναστατικού Εργατικού Κόμματος. Με βάση αυτές τις αρχές οργανώθηκε το Κόμμα των Μπολσεβίκων.
Στα επόμενα χρόνια με πρόταση του Λένιν, (Θέσεις του Απρίλη 1917) υιοθετήθηκε ο τίτλος Κομμουνιστικό Κόμμα, ως η επιστημονικά σωστή ονομασία του κόμματος που έχει ως σκοπό της ύπαρξής του τον Κομμουνισμό. Δηλαδή του κόμματος που έχει ως στόχο την προλεταριακή επανάσταση την δικτατορία του προλεταριάτου και τη θεμελίωση, οικοδόμηση και ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.
Η λενινιστική θεωρία για το Κόμμα Νέου Τύπου αποτελεί μια ενότητα θεωρητικών, πολιτικών και οργανωτικών αρχών, που είναι νομοτέλειες της ανάπτυξής του ως κόμματος της επαναστατικής δράσης, ως καθοδηγητικής δύναμης της σοσιαλιστικής επανάστασης και οικοδόμησης.
Τα θεμέλια αυτής της στρατηγικής αντίληψης και των οργανωτικών της αρχών, τέθηκαν στην πράξη το 1903 όταν στο 2ο Συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος η επαναστατική του πτέρυγα με επικεφαλής τον Λένιν πήρε την πλειοψηφία και από τότε καθιερώθηκε ο όρος “μπολσεβίκοι”, που τυπικά σήμαινε “οι πλειοψηφίσαντες”, από τη λέξη “μπόλσε”, που στα ρωσικά σημαίνει πλειοψηφία.
Το 1903 ήταν η χρονιά που σηματοδότησε την πλήρη ρήξη τον μπολσεβίκων με τη σοσιαλδημοκρατία στην επαναστατική θεωρία, τη στρατηγική και τον τρόπο οργάνωσης του κόμματος της εργατικής τάξης.
Πριν το 1903 ο Λένιν με το σύνολο του έργου και της δράσης του υποστήριξε το σκοπό αυτό. Το 1902 εξέδωσε την μπροσούρα “Τι να κάνουμε” όπου αποκαλύπτει τον οπορτουνισμό όχι μόνο στη Ρωσία αλλά ως διεθνές φαινόμενο. Ο Β.Ι. Λένιν πάλεψε για την ιδεολογική μονολιθικότητα του Κόμματος. Οι αναθεωρητές της εποχής κάτω από το σύνθημα της “ελευθερίας κριτικής” (το οποίο καμία σχέση δεν είχε με την κομμουνιστική κριτική και αυτοκριτική) έβαζαν στο στόχαστρο τις επαναστατικές αρχές του μαρξισμού και ήδη ήταν έντονη η επίδραση της αστικής ιδεολογίας. Για τα καλέσματα σύμπλευσης με τον οπορτουνισμό της εποχής, γράφει αναφερόμενος στις εξελίξεις στη Β΄ Διεθνή7:
«Βαδίζουμε σαν συμπαγής ομάδα από έναν απόκρημνο και δύσκολο δρόμο, πιασμένοι γερά χέρι με χέρι. Είμαστε απ’ όλες τις μεριές κυκλωμένοι από εχθρούς, και είμαστε σχεδόν πάντα αναγκασμένοι να βαδίζουμε κάτω από τα πυρά τους. Ενωθήκαμε ύστερα από ελεύθερα παρμένη απόφαση για να πολεμήσουμε τους εχθρούς και όχι για να πέσουμε στο γειτονικό βάλτο, που οι κάτοικοί του από την αρχή μας κατέκριναν, γιατί ξεχωρίσαμε σε ιδιαίτερη ομάδα και διαλέξαμε το δρόμο του αγώνα αντί το δρόμο της συμφιλίωσης. Και τώρα μερικοί από μας αρχίζουν να φωνάζουν: πάμε σ’ αυτόν το βάλτο! Κι όταν αρχίζουμε να τους μαλώνουμε, απαντούν: τι καθυστερημένοι που είστε! Και πως δεν ντρέπεστε να μας αρνιέστε την ελευθερία να σας καλούμε σε καλύτερο δρόμο! – Ω ναι, κύριοι είστε ελεύθεροι όχι μόνο να μας καλείτε, μα και να πάτε όπου θέλετε, ακόμα και στο βάλτο έχουμε μάλιστα τη γνώμη ότι η πραγματική σας θέση βρίσκεται ίσα-ίσα στο βάλτο και είμαστε έτοιμοι να σας προσφέρουμε κάθε βοήθεια για να κουβαληθείτε εκεί. Μόνο άστε τα χέρια μας τότε, μην πιάνεστε από εμάς και μη λερώνετε τη μεγάλη λέξη ελευθερία, γιατί και εμείς είμαστε “ελεύθεροι” να πάμε όπου μας αρέσει, ελεύθεροι να πολεμήσουμε όχι μονάχα το βάλτο, αλλά και κείνους που τραβάνε για το βάλτο!8»
Το 1904, ένα χρόνο μετά το 2ο Συνέδριο, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Λένιν “Ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω – η κρίση στο κόμμα μας” όπου αναφέρεται στις απόψεις που αναπτύχθηκαν στο 2ο Συνέδριο και στις εξελίξεις μετά από αυτό. Ιδιαίτερα αντιπαρατίθεται με το Γ. Πλεχάνωφ που αρχικά είχε ταχθεί με τους μπολσεβίκους όμως στην πράξη έδειχνε πνεύμα συμφιλίωσης με τους μενσεβίκους και τελικά έγινε και ο ίδιος μενσεβίκος.
Τα δύο αυτά έργα “Τι να κάνουμε” και “Ένα βήμα μπρος δύο βήματα πίσω” καθώς και άλλα εκείνης της περιόδου, αναδεικνύουν τις βασικές νομοτέλειες που πρέπει να διέπουν το κόμμα της εργατικής τάξης ώστε να μπορέσει να επιτελέσει την αποστολή του σε συνθήκες ανυποχώρητης και σκληρής ταξικής πάλης, στην επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ένα τέτοιο κόμμα στην εποχή του ιμπεριαλισμού έχει να αντιμετωπίσει τα αστικά κράτη και τους μηχανισμούς τους. Το κόμμα πρέπει να αποτελείται από τα πιο συνειδητά στοιχεία της εργατικής τάξης. Σε αντιπαράθεση με τα πλαδαρά, τα παλιού τύπου κόμματα που ήταν προσαρμοσμένα στη λειτουργία του αστικού κοινοβουλευτισμού και του ρεφορμισμού, το Κόμμα Νέου Τύπου, συγκροτείται στη βάση της συνειδητής πειθαρχίας, αποτελείται από μέλη που αποδέχονται το πρόγραμμα και το καταστατικό του, είναι ενταγμένα σε συγκεκριμένες κομματικές οργανώσεις και αναλαμβάνουν συγκεκριμένα καθήκοντα, χαρακτηρίζεται από ιδεολογική και πολιτική ενότητα με βάση την επαναστατική θεωρία. Βασική αρχή οργάνωσης, συγκρότησης και λειτουργίας του είναι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός που σημαίνει ότι όλες οι οργανώσεις και τα μέλη τους δρουν κάτω από την καθοδήγηση ενός ενιαίου κέντρου - της Κεντρικής Επιτροπής, πράγμα που διασφαλίζει την ενιαία έκφραση του κόμματος και την αποφασιστική του δράση.
Η Λενινιστική θεωρία για τον ιµπεριαλισµό
Στην εποχή του Λένιν ο όρος ιμπεριαλισμός ήδη χρησιμοποιούνταν στη μελέτη των νέων φαινομένων του καπιταλισμού. Ο Λένιν μελέτησε σε βάθος και ταυτόχρονα αποκάλυψε τις αντιδραστικές θέσεις που περιέχονταν στα σχετικά έργα αστών και οπορτουνιστών οικονομολόγων της εποχής όπως στο έργο “Ιμπεριαλισμός” (1902) του Άγγλου Τζον Α. Χόμπσον, αλλά και το έργο “Το χρηματιστικό κεφάλαιο” του σοσιαλδημοκράτη Ρούντολφ Χίλφερντινγκ που είχε δημοσιευθεί το 1910. Ο Λένιν αντιπαρατέθηκε και στη θεωρία του Κάουτσκι για τον ιμπεριαλισμό ο οποίος βασικά ξεχώριζε την πολιτική από την οικονομία και προσδιόριζε τον ιμπεριαλισμό ως πολιτική επέκτασης στις αγροτικές χώρες και όχι ως το σύγχρονο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ενώ με τον όρο υπεριμπεριαλισμό περιέγραφε τη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου κέντρου, πράγμα που θα οδηγούσε στην εξαφάνιση των ανταγωνισμών και των πολέμων, σε μια βολική για τον οπορτουνισμό ουτοπία στα πλαίσια του καπιταλισμού.
Ήδη από την εποχή των Μαρξ και Ένγκελς στη μετοχική επιχείρηση είχαν αρχίσει να εμφανίζονται οι τάσεις που στην ανάπτυξη και επικράτησή τους διαμόρφωσαν το μονοπωλιακό καπιταλισμό. Στη μετοχική επιχείρηση παύει να υφίσταται ο ατομικός κεφαλαιοκράτης ως ιδιοκτήτης και διευθύνων της παραγωγής και εμφανίζεται η συλλογική ιδιοκτησία των μετόχων που παραμένει όμως καπιταλιστική. Τη διεύθυνση ασκεί προσωπικό που μπορεί να βρίσκεται σε μισθωτή σχέση ή και να έχει πακέτο μετοχών. Η μετοχική επιχείρηση είναι αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και αποτελεί στοιχείο που δείχνει τη συσσώρευση των υλικών προϋποθέσεων για το πέρασμα σε ανώτερο τρόπο παραγωγής, τον κομμουνιστικό που χαρακτηρίζεται από την κοινωνική ιδιοκτησία. Στη βάση αυτή αναπτύσσονται τα μονοπώλια, η κρατική ανάμιξη, ο παρασιτισμός στο χρηματιστήριο, ο ρόλος του πιστωτικού συστήματος. Τα μονοπώλια εκφράζουν μεγάλη κεφαλαιακή συσσώρευση μετοχικών επιχειρήσεων ή ομίλων επιχειρήσεων με συγκέντρωση μεγάλου μεριδίου αγοράς.
Στο έργο του “Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού”, ο Λένιν αναδεικνύει τα νέα διαφορετικά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού, σε σύγκριση με τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό: «Αν θα χρειαζόταν να δοθεί ένας όσο το δυνατόν πιο σύντομος ορισμός του ιμπεριαλισμού, θα έπρεπε να πούμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού»9.
Η εμφάνιση και επικράτηση των γιγαντιαίων επιχειρήσεων – των μονοπωλίων, ο αποφασιστικός τους ρόλος στην οικονομική ζωή, απέδειξε τα τεράστια πλεονεκτήματα της οργάνωσης της παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα, της εφαρμογής των πιο σύγχρονων τεχνικών επιτευγμάτων σε αυτή, την εξοικονόμηση πρώτων υλών και εργασίας στα πλαίσια του μονοπωλίου, αναδείχτηκαν τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής οργάνωσης της παραγωγής. Όμως στα πλαίσια της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και της διεξαγωγής της παραγωγής με σκοπό την καπιταλιστική κερδοφορία οξύνεται ακόμα περισσότερο η βασική αντίθεση της κοινωνικής διεξαγωγής της παραγωγής και της ατομικής καπιταλιστικής ιδιοποίησης των αποτελεσμάτων της. Όρος για την επίλυση αυτής της αντίφασης είναι η κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και η οργάνωσή της με σκοπό την άμεση κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Αυτήν την αναγκαιότητα και δυνατότητα εκφράζει η σοσιαλιστική επανάσταση. Έτσι η εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η εποχή της ολόπλευρης ανάπτυξης των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό.
Η διαμόρφωση του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος σηματοδότησε τη μεγαλύτερη όξυνση όλων των αντιθέσεων και ανταγωνισμών με πιο έκδηλη μορφή αυτή των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Στο έδαφος των οξυμένων αντιθέσεων αυξάνεται η δυνατότητα διαμόρφωσης επαναστατικής κατάστασης σε μια σειρά χώρες και της κατάκτησης της επαναστατικής εργατικής εξουσίας. Η εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η εποχή των προλεταριακών επαναστάσεων.
Ο Λένιν επαναστατικά–διαλεκτικά ανέπτυξε παλιότερες θεωρητικές θέσεις που έβλεπαν τη δυνατότητα έναρξης της σοσιαλιστικής επανάστασης σε ομάδα των πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χερών. Ο Λένιν στα έργα του “Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης” και “Το Στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής Επανάστασης” μελέτησε βαθιά την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ανέδειξε τη δυνατότητα νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης αρχικά σε ομάδα χωρών ή και σε μια μόνο χώρα, στη χώρα που αποτελεί τον “αδύναμο κρίκο”, όχι αποκλειστικά στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες αλλά και στις σχετικά πιο καθυστερημένες στην αλυσίδα του ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Το επαναστατικό εργατικό κόμμα, για να ανταποκριθεί σε αυτή την αποστολή του, πρέπει να έχει επεξεργασμένη στρατηγική για την κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, να προετοιμάζει, να οργανώνει και να διαπαιδαγωγεί την εργατική τάξη σ’ αυτό το στόχο.
Δηλαδή η νομοτέλεια νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν εκδηλώνεται αυθόρμητα, απαιτείται η συνειδητή δράση του Κόμματος της εργατικής τάξης.
Απαραίτητος όρος για την προώθηση της επαναστατικής στρατηγικής είναι η συντριβή του οπορτουνισμού που έχει ως κοινωνικό του υπόβαθρο την εργατική αριστοκρατία. Έτσι ο Λένιν, μελετώντας τις δυνατότητες νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης στην εποχή του ιμπεριαλισμού, ανέδειξε πολλές φορές πως δεν νοείται πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό χωρίς πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό σε όλα τα επίπεδα. Ο Λένιν έχει αναδείξει αυτό το καθήκον μέσα από το σύνολο του έργου του και μέσα από την επαναστατική του δράση. Στο έργο “Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού” γράφει:
«Τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη που βγάζουν οι καπιταλιστές …τους δίνουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράζουν ορισμένα στρώματα των εργατών, προσωρινά μάλιστα και μια αρκετά σημαντική μειοψηφία τους, τραβώντας τους με το μέρος της αστικής τάξης του δοσμένου κλάδου ή του δοσμένου έθνους ενάντια σ’ όλους τους υπόλοιπους…
Η εξαιρετική ταχύτητα και ο εξαιρετικά αποκρουστικός χαρακτήρας στην ανάπτυξη του οπορτουνισμού δεν εγγυάται καθόλου τη σταθερή νίκη του, όπως η ταχύτητα με την οποία αναπτύσσεται ένα κακοήθες απόστημα σ’ ένα γερό οργανισμό μπορεί απλώς να επιταχύνει το σπάσιμο του αποστήματος, την απαλλαγή του οργανισμού από αυτό. Πιο επικίνδυνοι είναι στην περίπτωση αυτή οι άνθρωποι που δεν θέλουν να καταλάβουν ότι ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι κούφια και ψεύτικη φρασεολογία, αν δεν συνδέεται αδιάρρηκτα με τον αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό…»10.
Στη συνέχεια, τον Ιούλη του 1920, ο Λένιν στον πρόλογό του (στη γαλλική και γερμανική έκδοση της μπροσούρας “Ο Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού”) επισημαίνει επιπλέον πως έχει εκδηλωθεί και το γεγονός της ένοπλης πάλης και του εμφυλίου πολέμου με τον οπορτουνισμό, αφού στη Ρωσία οι μενσεβίκοι και οι εσέροι στήριξαν τα αντεπαναστατικά στρατεύματα του Κολτσάκ και του Ντενίκιν ενάντια στους μπολσεβίκους. Στη Γερμανία οι σοσιαλδημοκράτες στήριξαν την αστική τάξη ενάντια στους σπαρτακιστές:
«Αυτό το στρώμα των αστοποιημένων εργατών ή της “εργατικής αριστοκρατίας” που είναι πέρα για πέρα μικροαστικό ως προς τον τρόπο ζωής του, το μέγεθος των απολαβών του και την όλη κοσμοθεωρία του, είναι το κύριο στήριγμα της ΙΙ Διεθνούς και στις μέρες μας το κύριο κοινωνικό (όχι στρατιωτικό) στήριγμα της αστικής τάξης. Γιατί πρόκειται για αληθινούς πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα, για εργατικούς εντολοδόχους της τάξης των καπιταλιστών, για αληθινούς αγωγούς του ρεφορμισμού και του σωβινισμού. Στον εμφύλιο πόλεμο του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη τάσσονται αναπόφευκτα, και όχι σε μικρό αριθμό με το μέρος των “βερσαλλιέρων” ενάντια στους “κομμουνάρους”.
Αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες αυτού του φαινόμενου, αν δεν εκτιμηθεί η πολιτική και κοινωνική του σημασία, δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων του κομμουνιστικού κινήματος και της επερχόμενης κοινωνικής επανάστασης.
Ο ιμπεριαλισμός είναι η παραμονή της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου. Από το 1917 και δω αυτό επιβεβαιώθηκε σε παγκόσμια κλίμακα.»11
Σύμφυτο και αναπόφευκτο φαινόμενο με τον ιμπεριαλισμό είναι οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι. Το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον Αύγουστο του 1914 αποτέλεσε το πεδίο όπου δοκιμάστηκαν οι δύο γραμμές στο εργατικό κίνημα: η οπορτουνιστική πολιτική των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και η επαναστατική πολιτική των μπολσεβίκων.
Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου ο Λένιν έγραφε χαρακτηριστικά:
«Αν ο τωρινός πόλεμος προκαλεί στους αντιδραστικούς χριστιανοσοσιαλιστές, στους κλαψιάρηδες μικροαστούς μόνο φρίκη και τρόμο, μόνο αποστροφή προς κάθε χρησιμοποίηση των όπλων, προς το αίμα, το θάνατο κτλ, τότε πρέπει να πούμε: η καπιταλιστική κοινωνία ήταν και θα είναι πάντα μια φρίκη δίχως τέλος. Και αν τώρα αυτός ο πόλεμος, ο πιο αντιδραστικός απ’ όλους τους πολέμους, ετοιμάζει σ’ αυτή την κοινωνία ένα τέλος γεμάτο φρίκη εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να πέσουμε σε απόγνωση»12.
Λόγια ιδιαίτερα διδακτικά για την αισιοδοξία του επαναστάτη και τη σταθερή στρατηγική γραμμή του Κόμματος Νέου Τύπου, που σκοπός της ύπαρξής του είναι η καθοδήγηση της εργατικής τάξης στην κατάκτηση της εξουσίας.
Με το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα σοσιαλδημοκρατικά - ρεφορμιστικά κόμματα πέρασαν στην ανοιχτή προδοσία της εργατικής τάξης, μετατράπηκαν σε κόμματα σοσιαλσοβινιστικά, στήριζαν την αστική τάξη των χωρών τους και κάλεσαν την εργατική τάξη των χωρών τους να ριχτεί στη σφαγή.
Με το ξέσπασμα του πολέμου εκδηλώθηκε και η γύμνια των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που ήταν βαθιά διαποτισμένα με την προσαρμογή στην αστική νομιμότητα και στις κάθε φορά απαιτήσεις της αστικής τάξης της κάθε χώρας. Ο Λένιν ξεσκέπασε τόσο τους ανοιχτούς σοσιαλσοβινιστές, όσο και τους πασιφιστές κεντριστές που είχαν ως χαρακτηριστικό τους εκπρόσωπο τον Κάουτσκι. Έγραφε:
«… Με τη σκόπιμα ασαφή έκφραση “πρακτικές συνέπειες”, ο Κάουτσκι συγκάλυψε την απλή αλήθεια ότι τα μεγάλα και ισχυρά κόμματα φοβήθηκαν τη διάλυση των οργανώσεών τους, την κατάληψη των ταμείων τους, τη σύλληψη των ηγετών τους από την κυβέρνηση. Συνεπώς ο Κάουτσκι με τα επιχειρήματά του για “δυσάρεστες πρακτικές συνέπειες” της επαναστατικής τακτικής δικαιολογεί την προδοσία απέναντι στο σοσιαλισμό. Αυτό δε σημαίνει μήπως εκπόρνευση του μαρξισμού;»13
Το κόμμα των μπολσεβίκων, με την καθοδήγηση του Λένιν, αντιμετώπισε διαφορετικά αυτή την απότομη καμπή της ιστορίας στο μανιφέστο της Κεντρικής του Επιτροπής, την 1η Νοέμβρη του 1914 με τίτλο “Ο Πόλεμος και η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατία”, όπου επαναλάμβανε ακόμα μια φορά: «Η μετατροπή του σημερινού ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο είναι το μοναδικά σωστό προλεταριακό σύνθημα»14. Με αυτή τη γραμμή της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πόλεμο για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, δηλαδή σε ήττα της αστικής τάξης στο εσωτερικό της χώρας, ο Λένιν αντιπαρατέθηκε στο σύνθημα “ούτε νίκη, ούτε ήττα” που υποστήριζαν κεντριστές όπως ο Τρότσκι.
Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βουτηγμένα στον οπορτουνισμό, ανοιχτά και ξεδιάντροπα στήριξαν πλήρως τα ιμπεριαλιστικά πολεμικά συμφέροντα. Στη Γαλλία, στην Αγγλία και στο Βέλγιο οι σοσιαλσοβινιστές συμμετείχαν με υπουργούς στις αστικές κυβερνήσεις που διεξήγαγαν τον πόλεμο.
Το ρεύμα των “κεντριστών” με διασημότερο εκπρόσωπό του τον Κάουτσκι, μιλούσε γενικά για ειρήνη, όμως στο όνομα της ενότητας δεν έθετε ζήτημα σύγκρουσης με τους σοσιαλσοβινιστές ούτε συνέδεε σε καμία περίπτωση τον πόλεμο με την πάλη για την εξουσία. Έτσι ουσιαστικά έδιναν άλλοθι στους σοσιαλσοβινιστές και συνένωναν τις δυνάμεις τους στη χειραγώγηση των εργαζομένων. Ο Κ. Κάουτκσι αποπροσανατόλιζε την εργατική τάξη από την πάλη για την εξουσία διακηρύσσοντας:
«τον καιρό του πολέμου πάλη για την ειρήνη και τον καιρό της ειρήνης ταξική πάλη»15.
Ο Β. Ι. Λένιν, τον Ιούνη του 1915, στο έργο του “Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς” αναδείκνυε το ρόλο τους ως εξής:
«Δεν είναι τόσο τρομερός και βλαβερός ο ανοιχτός οπορτουνισμός, που απωθεί αμέσως την εργατική μάζα από κοντά του, όσο αυτή η θεωρία της χρυσής μέσης, που δικαιολογεί με μαρξιστικά λογάκια την οπορτουνιστική πρακτική, αποδείχνοντας (υποστηρίζοντας) με μια σειρά σοφιστίες το άκαιρο της επαναστατικής δράσης»16.
Στο τέλος του 1916 είχε αρχίσει στην παγκόσμια πολιτική η στροφή από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο προς την ιμπεριαλιστική ειρήνη. Ο φόβος μπροστά στην επανάσταση ανάγκασε ορισμένους ιμπεριαλιστικούς κύκλους να αναζητούν δρόμους για τον τερματισμό του πολέμου. Σ’ αυτή τη βάση ισχυροποιήθηκε η προπαγάνδα για ειρήνη όχι μόνο από τους κεντριστές αλλά και τους σοσιαλσοβινιστές ακόμα. Ο Λένιν αποκάλυψε αυτήν την απάτη που αποπροσανατόλιζε την εργατική τάξη από την πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας.
Ο Β.Ι. Λένιν στις αρχές του νέου έτους 1917, έδωσε διάλεξη για την επανάσταση του 1905, σε εκδήλωση νεολαίας στην Ελβετία, με αφορμή την επέτειο από τα δώδεκα χρόνια της ήττας της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία. Γράφει για την επερχόμενη επανάσταση στην Ευρώπη:
«Είναι αναμφισβήτητο πως η επερχόμενη …επανάσταση δεν μπορεί να είναι παρά μόνο προλεταριακή επανάσταση, και μάλιστα με τη βαθύτερη σημασία αυτής της λέξης: προλεταριακή, σοσιαλιστική και στο περιεχόμενό της. Αυτή η επερχόμενη επανάσταση θα δείξει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό απ’ τη μια μεριά, ότι μόνο οι σκληρές μάχες, δηλαδή οι εμφύλιοι πόλεμοι, μπορούν να απελευθερώσουν την ανθρωπότητα από το ζυγό του κεφαλαίου, και από την άλλη, ότι μόνο οι συνειδητοί από ταξική άποψη προλετάριοι μπορούν να παίξουν και θα παίξουν το ρόλο αρχηγών της τεράστιας πλειοψηφίας των εκμεταλλευομένων.
Δεν πρέπει να μας ξεγελά η σημερινή νεκρική σιγή στην Ευρώπη. Η Ευρώπη εγκυμονεί την επανάσταση. Οι τερατώδεις φρικαλεότητες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, τα βάσανα από την ακρίβεια, γεννούν παντού επαναστατικές διαθέσεις…»17.
Όρος για να νικήσει η επανάσταση ήταν η συντριβή του οπορτουνισμού, οι συνειδητοί εργάτες να καταδικάσουν τη “δεξιά” και την “αριστερή” σοσιαλδημοκρατία της εποχής. Στο τέλος του Γενάρη του 1917 στο άρθρο “Στροφή στην παγκόσμια πολιτική” ο Λένιν έγραφε:
«Οι συνειδητοί εργάτες για να καθοδηγήσουν όμως τις μάζες πρέπει να καταλάβουν όλη τη σαπίλα τέτοιων ηγετών του σοσιαλισμού, σαν τους Τουράτι, Κάουτσκι και Σια… δεν έχουν ούτε σταγόνα πίστης στην επανάσταση, δεν δείχνουν ούτε σταγόνα προσοχής για το πώς αυτή ωριμάζει στη συνείδηση και στις διαθέσεις των μαζών, σε συνδυασμό ακριβώς με τον πόλεμο. Η προσοχή τους είναι απορροφημένη εντελώς από τις μεταρρυθμίσεις, από τις συναλλαγές ανάμεσα στα τμήματα των κυρίαρχων τάξεων, σ’ αυτές απευθύνονται αυτές, “προσπαθούν να πείσουν”, σ’ αυτές θέλουν να προσαρμόσουν το εργατικό κίνημα»18.
Η επανάσταση στη Γερμανία το 1918 αλλά και στην Ουγγαρία το 1919 επιβεβαίωσε με δραματικό τρόπο τον Λένιν, καθώς αναδείχθηκε ότι η έλλειψη ενός κόμματος νέου τύπου πλήρως χειραφετημένου από τον οπορτουνισμό, οδηγεί στην ήττα της προλεταριακής επανάστασης. Οι σοσιαλδημοκράτες έβλαψαν θανάσιμα το εργατικό κίνημα, λειτούργησαν στην κυριολεξία ως “εργατικοί ανθυπολοχαγοί της αστικής τάξης”.
Η διδασκαλία του µαρξισµού για το Κράτος
Ο Λένιν με το έργο του “Κράτος και επανάσταση” ανέπτυξε παραπέρα τη μαρξιστική θεωρία για το κράτος. Το έργο είχε άμεση πρακτική σημασία και γράφτηκε κατά την περίοδο προετοιμασίας της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στο έργο αυτό ο Λένιν έθεσε σε σωστή βάση το ζήτημα του ρόλου του κράτους στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Επίσης, ξεκαθάρισε την στάση των κομμουνιστών απέναντι στο αστικό κράτος.
Ο Λένιν ανέδειξε πως το «πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια της μιας τάξης στα χέρια της άλλης είναι το πρώτο, το κύριο, το βασικό γνώρισμα της επανάστασης, τόσο με την αυστηρά επιστημονική όσο και με την πρακτικά πολιτική σημασία αυτής της έννοιας»19. Επανέλαβε τη μαρξιστική θέση ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να “παραλάβει” τον αστικό κρατικό μηχανισμό και να τον χρησιμοποιήσει προς όφελός του, αλλά πρέπει να τον “τσακίσει” και να τον αντικαταστήσει από έναν καινούργιο που να αντιστοιχεί στα δικά του συμφέροντα.
Ο Λένιν αντιπαρατέθηκε με τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις της Β΄ Διεθνούς. Υπενθύμισε τη μαρξιστική διδασκαλία για την ταξική ουσία κάθε κράτους, πως το κράτος υπάρχει εξαιτίας της ύπαρξης των τάξεων και αποτελεί μηχανισμό βίας της κυρίαρχης τάξης, πως κάθε εξουσία αποτελεί δικτατορία μιας τάξης, έτσι και η αστική δημοκρατία αποτελεί δικτατορία της αστικής τάξης. Αντίστοιχα και το κράτος της εργατικής τάξης αποτελεί μηχανισμό της εργατικής τάξης για τη συνέχιση της ταξικής πάλης σε νέες συνθήκες μετά την κατάκτηση της εξουσίας. «Όταν το προλεταριάτο κατακτήσει την πολιτική εξουσία δεν σταματά την ταξική πάλη, αλλά τη συνεχίζει ως την κατάργηση των τάξεων, εννοείται όμως σε διαφορετικές συνθήκες, με διαφορετική μορφή, με διαφορετικά μέσα»20. Σκοπός λοιπόν της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν είναι μόνο η κατάπνιξη της αντίστασης των εκμεταλλευτών, αλλά και η προσέλκυση των μη προλεταριακών μαζών με τους στόχους της προλεταριακής επανάστασης, η καθοδήγησή τους στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στην ολοκληρωτική κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.
Η εργατική τάξη, αφού γκρεμίσει την αστική εξουσία μην αφήνοντας “πέτρα στην πέτρα”, οικοδομεί το δικό της κράτος, τη δικτατορία του προλεταριάτου. Δηλαδή την εξουσία της εργατικής τάξης που δεν τη μοιράζεται με κανέναν, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλους τους τύπους (ταξικής) εξουσίας.
Ο Κ. Κάουτσκι και άλλοι οπορτουνιστές τη στιγμή που εξαπατούσαν και πρόδιδαν την εργατική τάξη στη Γερμανία, επιτίθονταν λυσσαλέα ενάντια στο νεαρό σύστημα εξουσίας της Σοβιετικής Ρωσίας. Ο Κάουτσκι έγραψε βιβλίο με τίτλο “Δικτατορία του Προλεταριάτου” αφού διατύπωνε σε κάμποσες σελίδες το θαυμασμό του στην αστική βουλή, διατύπωνε τη θέση ότι η δικτατορία του προλεταριάτου αποτελούσε παραβίαση της “καθαρής δημοκρατίας”. Ο Κάουτσκι διαστρέβλωνε με πρωτάκουστο τρόπο την έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου, «μετατρέποντας το Μαρξ σε φιλελεύθερο της ντουζίνας».
Ο Κάουτσκι στην αντιπαράθεσή του, μιλούσε γενικά για “δημοκρατία” και γενικά για “δικτατορία”.
Ο Β. Ι. Λένιν απαντούσε: «Για ένα φιλελεύθερο είναι φυσικό να μιλάει για “δημοκρατία” γενικά. Ένας μαρξιστής δεν θα ξεχάσει να βάλει το ερώτημα: “για ποια τάξη;”»21. Η πολεμική που άσκησε ο Λένιν στη συγκεκριμένη μπροσούρα του στον Κάουτσκι, αποτέλεσε απαραίτητο θεωρητικό εξοπλισμό, που συνέβαλε στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το Μάρτη του 1919.
Στο έργο του Λένιν “Θέσεις για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου”, που αποτέλεσε εισήγηση στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αναδεικνύεται ακόμα μια φορά ο ταξικός χαρακτήρας κάθε κράτους και κατά συνέπεια το γεγονός πως ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν μπορεί να υπάρξει ενδιάμεση μορφή εξουσίας.
«Το κυριότερο πράγμα που δεν καταλαβαίνουν οι σοσιαλιστές και που φανερώνει πως θεωρητικά είναι κοντόφθαλμοι, πως είναι αιχμάλωτοι των αστικών προκαταλήψεων και πως πρόδωσαν πολιτικά το προλεταριάτο, είναι τούτο, ότι στην καπιταλιστική κοινωνία, όταν η ταξική πάλη που βρίσκεται στη βάση της κοινωνίας αυτής, οξύνεται κάπως σοβαρά, δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε το ενδιάμεσο, παρά τούτο μόνο: είτε δικτατορία της αστικής τάξης, είτε δικτατορία του προλεταριάτου. Κάθε ονειροπόλημα για κάποια τρίτη λύση είναι αντιδραστικό θρηνολόγημα μικροαστού, αυτό το μαρτυρεί και η πείρα της υπερκατόχρονης εξέλιξης της αστικής δημοκρατίας και του εργατικού κινήματος όλων των προηγμένων χωρών και ιδιαίτερα η πείρα της τελευταίας πενταετίας»22 .
Για τη σοσιαλιστική οικοδόµηση
Η διαφορά της σοσιαλιστικής επανάστασης με όλες τις προηγούμενες επαναστάσεις είναι πως το καθήκον της δεν είναι να αντικαταστήσει μια μορφή εκμετάλλευσης με άλλη, αλλά να καταργήσει συνολικά την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Όλες επίσης οι άλλες επαναστάσεις βασίζονταν σε σχέσεις παραγωγής που είχαν ήδη διαμορφωθεί στα πλαίσια του προηγούμενου συστήματος. Για παράδειγμα, η καπιταλιστική σχέση εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο είχε ήδη διαμορφωθεί στα πλαίσια της φεουδαρχίας, έτσι οι αστικές επαναστάσεις είχαν σκοπό να πάρει η αστική τάξη την εξουσία. Βέβαια και η αστική εξουσία συνέβαλλε στην παραπέρα επέκταση καπιταλιστικών σχέσεων.
Η προλεταριακή επανάσταση δεν παραλαμβάνει έτοιμες τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής. Οι νέες σχέσεις παραγωγής πρέπει να οικοδομηθούν από το κράτος της εργατικής τάξης. Η οικοδόμηση των νέων σχέσεων παραγωγής, παρ’ όλο που αποτελεί νομοτέλεια της ανάπτυξης της κοινωνίας, δεν πραγματοποιείται αυθόρμητα - απαιτείται η συνειδητή δράση της εργατικής τάξης, για τη θεμελίωση, ανάπτυξη και εδραίωση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.
Με δεδομένο ότι κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, η ταξική πάλη συνεχίζεται με νέες μορφές, απαραίτητος όρος στη χάραξη πολιτικής του Κόμματος και του κράτους της εργατικής τάξης είναι η ταξικότητα και επιστημονικότητα. Ο Λένιν από πολύ νωρίς ανέδειξε την αξία της επαναστατικής θεωρίας κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, καθώς και την κρισιμότητα της πάλης ανάμεσα στην επαναστατική αντίληψη και τον οπορτουνισμό.
«Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο δεν σταματά την ταξική του πάλη ενάντια στην αστική τάξη, αλλά, απεναντίας, κάνει αυτή την πάλη εξαιρετικά πλατιά, οξυμένη, ανελέητη. Όλες οι ομάδες, όλα τα κόμματα και όλοι οι παράγοντες του εργατικού κινήματος που ολοκληρωτικά είτε εν μέρει ακολουθούν την άποψη του ρεφορμισμού, του “κέντρου” κλπ περνούν αναπόφευκτα, εξαιτίας της εξαιρετικής όξυνσης της πάλης, είτε με το μέρος της αστικής τάξης, είτε στους ταλαντευόμενους, είτε (πράγμα που είναι πιο επικίνδυνο απ’ όλα) καταλήγουν στους ασταθείς φίλους του νικηφόρου προλεταριάτου. Γι’ αυτό η προετοιμασία της δικτατορίας του προλεταριάτου απαιτεί όχι μόνο το δυνάμωμα της πάλης ενάντια στις τάσεις των ρεφορμιστών και των “κεντριστών”, αλλά και αλλαγή του χαρακτήρα αυτής της πάλης. Η πάλη δεν μπορεί να περιοριστεί στην εξήγηση της σφαλερότητας αυτών των τάσεων, αλλά πρέπει να ξεσκεπάζει σταθερά και ανελέητα κάθε παράγοντα του εργατικού κινήματος που παρουσιάζει τις τάσεις αυτές, γιατί αλλιώς το προλεταριάτο δεν μπορεί να ξέρει με ποιον θα πάει στην πιο αποφασιστική πάλη ενάντια στην αστική τάξη. Η πάλη αυτή είναι τέτοια που σε οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να αντικαθιστά και αντικαθιστά, όπως έδειξε ήδη η πείρα-το όπλο της κριτικής με την κριτική των όπλων. Κάθε ασυνέπεια ή αδυναμία στο ξεσκέπασμα εκείνων που εκδηλώνονται σαν ρεφορμιστές ή “κεντριστές” σημαίνει άμεσο μεγάλωμα του κινδύνου ανατροπής της εξουσίας του προλεταριάτου από την αστική τάξη, που θα χρησιμοποιήσει αύριο για την αντεπανάσταση αυτό που στους κοντόφθαλμους φαίνεται σήμερα πως είναι μόνο “θεωρητική διαφωνία”»23.
Ο Λένιν μελέτησε το έργο των Μαρξ και Ένγκελς, στο οποίο μέσα από τη μελέτη των νομοτελειών ανάπτυξης της κοινωνίας και των τάσεων που ήδη διαγράφονταν στα πλαίσια του καπιταλισμού, διατύπωσαν βασικές αρχές για τη δικτατορία του προλεταριάτου και τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής σε μια σειρά έργα τους, όπως “Η κριτική του προγράμματος της Γκόττα”, το “Αντί-Ντίρινγκ” και το “Κεφάλαιο”. Ο Λένιν ασχολήθηκε με αυτό το καθήκον σε νέες συνθήκες στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού όπου οι τάσεις που περιγράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν αναπτυχθεί παραπέρα.
Ο Β.Ι. Λένιν ανέπτυξε τη θεωρία για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση παράλληλα με το πρακτικό έργο της οικοδόμησης σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, εξωτερικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης και αμέσως μετά σε συνθήκες όπου η νεαρή σοβιετική εξουσία αντιμετώπιζε προβλήματα όπως η τροφοδοσία των πόλεων, το ξεκίνημα της παραγωγικής διαδικασίας. Συνεχώς και σε νέες βάσεις έπρεπε να επιλύεται το κρίσιμο πρόβλημα της κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά.
Ο Β.Ι. Λένιν αντιπαρατέθηκε σε θεωρητικές απόψεις, οι οποίες και μετά τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης θεωρούσαν πως δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στη Ρωσία. Τέτοιες απόψεις διαδίδονταν από τους μενσεβίκους της Ρωσίας και από τους σοσιαλδημοκράτες της Ευρώπης, είχαν όμως επίδραση και στις γραμμές του ΚΚ (μπολσεβίκων). Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που δίνει ο Β.Ι. Λένιν στο κείμενό του με τίτλο “Για την επανάστασή μας – απ’ αφορμή τα σημειώματα του Σουχάνοφ”24.
Σε αντιπαράθεση με τους μενσεβίκους και τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία υπερασπίστηκε τα σοβιέτ, ως όργανα κρατικής εξουσίας.
Ανέδειξε τη δυνατότητα η εργατική τάξη να συμμαχήσει με τη φτωχή αγροτιά. Ταυτόχρονα όμως ανέδειξε τους όρους ώστε αυτή η συμμαχία να προωθηθεί προς όφελος των σκοπών της εργατικής τάξης και της επικράτησης των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Σ’ αυτόν τον τομέα αντιπαρατέθηκε τόσο με απόψεις που θεωρούσαν αδύνατη αυτή τη συμμαχία, όσο και με απόψεις που δεν έβλεπαν τη δυναμική αυτής της συμμαχίας στην κατεύθυνση συγκέντρωσης και μετατροπής της μικρής παραγωγής σε άμεσα κοινωνική παραγωγή.
Ο Β.Ι. Λένιν αντιπαρατέθηκε σε απόψεις που αρνούνταν τον πρωτοπόρο ρόλο του Κόμματος της εργατικής τάξης στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, καθώς και σε απόψεις που δεν αναγνώριζαν τη συνέχιση της ταξικής πάλης στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ανέδειξε πως το σύνολο της εργατικής τάξης δεν διαμορφώνει συνείδηση με ενιαίο τρόπο, άρα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το ρόλο του κόμματος ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης άλλες οργανώσεις, στις οποίες οργανώνεται το σύνολο της εργατικής τάξης, όπως είναι τα συνδικάτα.
Μια σειρά έργα περιέχονται στην έκδοση της “Σύγχρονης Εποχής”: Β.Ι Λένιν: “Για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση –συλλογή κειμένων”.
Το έργο του Λένιν… στη “Σύγχρονη Εποχή”
Για μελέτη, διάδοση και ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας, για τη διαμόρφωση της επαναστατικής προσωπικότητας του κομμουνιστή, όρος αναντικατάστατος είναι το μαρξιστικό - λενινιστικό βιβλίο.
Επιπλέον, στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης με την άρση πολλών βεβαιοτήτων που αυτή προκαλεί, αρκετοί είναι οι εργαζόμενοι, οι νέοι μισθωτοί επιστήμονες, οι νέοι που σπουδάζουν, οι μαθητές και πολλοί άλλοι που μπαίνουν σε διαδικασία προβληματισμού και αναζήτησης απαντήσεων σχετικά με τα αίτια τέτοιων φαινόμενων όπως η κρίση. Απαντήσεις δεν μπορεί να δώσει η αστική απολογητική, αφού η ρίζα τέτοιων φαινόμενων βρίσκεται στη φύση του ίδιου του καπιταλισμού, στην ίδια την ύπαρξή του.
Το ΚΚΕ σε όλη την πορεία του, από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του, έκανε προσπάθεια το ίδιο να εκδώσει και να διαδώσει το έργο των Μαρξ - Ένγκελς και Λένιν, ως απαραίτητο όρο για την ταξική πάλη.
Προσπάθεια όχι εύκολη αφού απαιτούσε επιστημονική εργασία για τη μετάφραση και έκδοση κάτω από δύσκολες συνθήκες και με έλλειψη μέσων. Σημαντική σε όγκο μεταφραστική και εκτυπωτική εργασία για τα “Άπαντα” του Λένιν έγινε από το Κόμμα στα πρώτα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς, ενώ αμέσως μετά την κατάκτηση της νόμιμης δράσης του Κόμματος το 1974 μετά από 27 συνεχόμενα χρόνια παρανομίας, η μεταφραστική εργασία συνεχίστηκε από επιτελείο 35 μεταφραστών στη “Σύγχρονη Εποχή”, το εκδοτικό του ΚΚΕ. Έτσι σταδιακά ολοκληρώθηκε η κυκλοφορία του συνόλου των “Απάντων” του Λένιν στην ελληνική γλώσσα, με βάση την 5η πλήρη ρωσική έκδοση 1973-1977. Είναι και αυτό ένα στοιχείο της αναγκαιότητας να δρα το ΚΚΕ ως Κόμμα Νέου Τύπου με την οικονομική του αυτοτέλεια που δεν εξαρτάται από τους αστικούς θεσμούς. Η κυκλοφορία του έργου του Λένιν στην Ελλάδα αποτελεί κατάκτηση της εργατικής τάξης – είναι όπλο στην πάλη της ενάντια στη χειραγώγηση από την αστική ιδεολογία και τον οπορτουνισμό, όρος απαραίτητος στην ανειρήνευτη ταξική πάλη.
Αρκετά έργα του Λένιν που κυκλοφορούν σε μικρές μπροσούρες τα παρουσιάσαμε σε αντίστοιχα σημεία αυτού του αφιερώματος. Ωστόσο τεράστιος όγκος περιέχεται στα “Άπαντα” του Λένιν και παρακάτω δίνουμε ένα μικρό και σίγουρα ελλιπές σχεδιάγραμμα των περιεχομένων των “Άπάντων”. Στα βιβλιοπωλεία της “Σύγχρονης Εποχής” διατίθενται και μεμονωμένοι τόμοι.
Tόμος 3 H ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Pωσία
Eυρετήριο έργων
Θεματικό ευρετήριο
«Οι άνθρωποι ήταν πάντα και θα είναι πάντα τα απλοϊκά θύματα της απάτης και της αυταπάτης στην πολιτική, όσο δε θα μάθουν να αναζητούν πίσω από τις διάφορες ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές φράσεις, διακηρύξεις, υποσχέσεις, τα συμφέροντα τούτων ή εκείνων των τάξεων. Οι οπαδοί των μεταρρυθμίσεων και των βελτιώσεων θα εξαπατούνται πάντα από τους υπερασπιστές του παλιού, εφόσον δε θα καταλάβουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο παράλογος και σάπιος κι αν φαίνεται, κρατιέται από τις δυνάμεις τούτων ή εκείνων των κυρίαρχων τάξεων. Και για να σπάσουμε την αντίσταση αυτών των τάξεων υπάρχει μόνο ένα μέσο: να βρούμε μέσα στην ίδια την κοινωνία που μας περιβάλλει, να διαφωτίσουμε και να οργανώσουμε για την πάλη τις δυνάμεις εκείνες που μπορούν –και λόγω της κοινωνικής τους θέσης οφείλουν- ν’ αποτελέσουν τη δύναμη την ικανή να σαρώσει το παλιό και να δημιουργήσει το νέο».
(Β.Ι. Λένιν “Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του Μαρξισμού” , στη μπροσούρα “Για το Μάρξ και το Μαρξισμό”, εκδόσεις “Σύγχρονη Εποχή”, σελ 15-16)
1. Β.Ι Λένιν, Άπαντα, τόμος 2, σελ 488, εκδ ΣΕ
3. Β. Ι. Λένιν, “Μαρξισμός και αναθεωρητισμός” στα Άπαντα, τόμος 17, σελ. 15-26 ή στη Μπροσούρα “Για τον Μαρξ και τη διδασκαλία του”, Εκδόσεις “Προγκρές” (διατίθεται από τη “Σύγχρονη Εποχή”), σελ. 50-59.
4. Β. Ι. Λένιν “Μαρξισμός και αναθεωρητισμός” στα Άπαντα, τόμος 17, σελ. 15-26 ή στη Μπροσούρα “Για τον Μαρξ και τη διδασκαλία του” Εκδόσεις “Προγκρές” (διατίθεται από τη “Σύγχρονη Εποχή”), σελ. 50-59.
5. Β.Ι. Λένιν, Πρόλογος στη ρώσικη μετάφραση των γραμμάτων του Κ. Μαρξ προς τον Λ. Κούγκελμαν, Φλεβάρης 1907.
6. Β. Ι. Λένιν “Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς” στα Άπαντα, τόμος 26, σελ. 257
7. Όπου ο αναθεωρητής Μπερνστάιν διακήρυττε «η κίνηση είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα» οι Γάλλοι σοσιαλιστές ήδη έπαιρναν μέρος στην αστική κυβέρνηση.
8. Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, τόμ.6, σελ.9-10, εκδόσεις “Σύγχρονη Εποχή”
9. Β.Ι. Λένιν, “Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού” στα Άπαντα, τόμος 27, σελ. 392
10. Β.Ι. Λένιν, “Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού” στα Άπαντα, τόμος 27, σελ. 430 - 431
11. Β.Ι. Λένιν, “Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού” στα Άπαντα, τόμος 27, σελ. 314
12. Β.Ι. Λένιν, Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης, στα Άπαντα, τόμος 30, σελ. 136
Επιστημών της ΕΣΣΔ Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Β΄ έκδοση, σελ. 26. Εκδ. ΣΕ.
17. Β. Ι. Λένιν “Διάλεξη για την επανάσταση του 1905” στα Άπαντα,
τόμος 30, σελ. 327
18. Β. Ι. Λένιν “Στροφή στην παγκόσμια πολιτική”,στα Άπαντα,
19. Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 31, σελ.131, εκδόσεις “Σύγχρονη Εποχή”
20. Β.Ι. Λένιν Άπαντα, τόμος 39, σελ.15, εκδόσεις “Σύγχρονη Εποχή”
21. Β.Ι. Λένιν, “Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι” στα Άπαντα, τόμος 37, σελ 243
22. Β.Ι. Λένιν, Θέσεις για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου στο πρώτο συνέδριο της ΚΔ, τόμος 37, σελ. 498
23. Β.Ι.Λένιν “Θέσεις για το II Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς” στα Άπαντα, τόμος 41, σελ.189 εκδ. ΣΕ
24. Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 45, σελ 378-382
Αφιερώματα |
Αποστολή με email
|
Εκτυπώσιμη μορφή
Προτείνετε το δημοσίευμα
: Buzz
: Cull
: Baza
: Bobit
: Checkit
: Digme
: MindBlog
: Shootme
Στήλες - Κατηγορίες: Αφιερώματα