ΡΩΣΙΑ Πιο ενεργά στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς
Στις αρχές Φλεβάρη, ο Πρόεδρος της Ρωσίας ενέκρινε το νέο στρατιωτικό δόγμα της χώρας, το οποίο γίνεται πιο επιθετικό, καθώς προειδοποιεί για τη χρησιμοποίηση πυρηνικών όπλων ακόμα και στην περίπτωση που δεχθούν επίθεση οι σύμμαχες με τη Ρωσία χώρες.
Γιατί άραγε τα εθνικά συμφέροντα τα οποία είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει η Ρωσία επεκτείνονται και στις γειτονικές χώρες; Ποιος είναι ο ρόλος και η θέση της Ρωσίας στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα σήμερα; Μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ειρήνης και αντίβαρο στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ; Ορισμένα από αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το άρθρο.
Η Ρωσία εδώ και 20 χρόνια αποτελεί ένα καπιταλιστικό κράτος που καμία σχέση δεν έχει με την πρώην ΕΣΣΔ, κι ας βρίσκεται σε παρόμοια γεωγραφικά όρια. Η αντεπανάσταση το ’89-’91 ανέτρεψε τόσο την οικονομική βάση του σοσιαλισμού (κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής), όσο και το πολιτικό-κοινωνικό εποικοδόμημα που ορθώνονταν πάνω σε αυτή τη βάση, τη σοβιετική εξουσία. Όπως και σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, η κυρίαρχη οικονομική σχέση είναι αυτή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, με άλλα λόγια η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο. Κριτήριο και κίνητρο της παραγωγής είναι το κέρδος, ενώ τα μέσα παραγωγής βρίσκονται στα χέρια μιας πάμπλουτης χούφτας κεφαλαιοκρατών. Χαρακτηριστικό είναι ότι σήμερα, λίγα μόλις χρόνια μετά τις ανατροπές, υπάρχουν ήδη 64 Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι, ενώ εκατομμύρια συμπατριώτες τους πεθαίνουν απ’ την πείνα…
Τα τελευταία χρόνια η ρωσική αστική τάξη έχει καταφέρει να ενισχύσει σημαντικά τη θέση της στην καπιταλιστική “πυραμίδα” και γι’ αυτό διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο στις σχέσεις της με τις υπόλοιπες χώρες και νέα θέση αντίστοιχη με την αυξανόμενη οικονομική και στρατιωτική ισχύ της.
Η καπιταλιστική ανάπτυξη της Ρωσίας μετά τις ανατροπές βασίστηκε στην αξιοποίηση των πλούσιων ενεργειακών πόρων, της υψηλής τεχνολογικής υποδομής και του καταρτισμένου εργατικού δυναμικού που υπήρχε από την ΕΣΣΔ και φυσικά στη σκληρή εκμετάλλευση των εργαζομένων.
Επειδή, λοιπόν, η Ρωσία αποτελεί μια ανερχόμενη ιμπεριαλιστική δύναμη, ανταγωνίζεται τις υπόλοιπες μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες (ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση) διεκδικώντας απ’ αυτές μεγαλύτερο μερίδιο στο διαρκές μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των αγορών.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Ρωσία αντιτίθενται στα σχέδια ΝΑΤΟ, ΗΠΑ και ΕΕ στην περιοχή της ανατολικής Ευρώπης και του Καυκάσου: θέλει να διασφαλίσει ότι οι γειτονικές χώρες (κυρίως οι χώρες που ανήκαν στην πρώην ΕΣΣΔ και τις οποίες θεωρεί ζωτικό της χώρο) θα βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της. Τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντά της λοιπόν συγκρούονται με τα αντίστοιχα συμφέροντα των ΗΠΑ και ΕΕ. Ο αγώνας όμως αυτός για τις σφαίρες επιρροής, φυσικά δεν είναι για να “απελευθερώσουν” ή να “προστατεύσουν” αυτούς τους λαούς από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές, αλλά για να είναι αυτοί οι οποίοι θα εκμεταλλεύονται τόσο τους ίδιους τους εργαζομένους, όσο και τους φυσικούς πόρους και τους δρόμους μεταφοράς τους!
Έτσι, η Ρωσία αντιδρά στην επέκταση του ΝΑΤΟ σε περιφερειακές δυνάμεις όπως η Γεωργία και η Ουκρανία, όχι λόγω κάποιας φιλειρηνικής παράδοσης, αλλά για να μην περάσουν οι χώρες αυτές στην επιρροή των ΗΠΑ… Αυτή η αντίθεσή της στο ΝΑΤΟ δεν έχει καμία σχέση με την αντίθεση της ΕΣΣΔ, ξεκινάει από διαφορετικές, αντίθετες αφετηρίες και γίνεται με ιμπεριαλιστικά κριτήρια.
Με τη σημερινή αναβάθμιση της Ρωσίας, έχουμε αλλαγή (αλλά όχι ανατροπή) του συσχετισμού δύναμης. Το ρωσικό κεφάλαιο θέλει να επικυρώσει αυτήν την αλλαγή επεμβαίνοντας όχι μόνο με διπλωματικά μέσα, αλλά και με στρατιωτική ισχύ για να προωθήσει τα συμφέροντά του. Αυτό έχει ως συνέπεια το σκληρό ανταγωνισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων καπιταλιστικών κρατών.
Τις συνέπειες φαίνεται να πληρώνει και η Κιργιζία, καθώς οι πρόσφατες πολύνεκρες συγκρούσεις σχετίζονται με τον ανταγωνισμό ΗΠΑ και Ρωσίας, που άλλωστε διατηρούν και οι δύο στρατιωτικές βάσεις στη χώρα! Οι αντιθέσεις είναι τόσο οξυμένες που συχνά οδηγούν σε πολεμικές συρράξεις, με χαρακτηριστικότερο το πρόσφατο παράδειγμα της αναμέτρησης της Ρωσίας με τη Γεωργία στη Νότιο Οσετία, τον Αύγουστο του 2008.
Οι ΗΠΑ απ’ την πλευρά τους όχι μόνο δεν σκοπεύουν να υποχωρήσουν αμαχητί, αλλά αντίθετα παρεμβαίνουν διοργανώνοντας πχ “πορτοκαλί επαναστάσεις” για να ανεβάσουν κυβερνήσεις φιλικές προς αυτές και επιχειρούν να βάλουν πόδι, μέσω της ένταξης στο ΝΑΤΟ χωρών που στο παρελθόν ανήκαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο (Τσεχία, Πολωνία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βαλτικές και άλλες χώρες). Στους ίδιους σχεδιασμούς εντάσσονται οι βάσεις στην Κεντρική Ασία και η προσπάθεια για εγκατάσταση του συστήματος “αντιπυραυλικής άμυνας” των ΗΠΑ, αρχικά στην ανατολική Ευρώπη, το οποίο πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι θα εγκατασταθεί πιθανά στη Μεσόγειο.
Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ δεν είναι όμως οι μόνοι που διαμορφώνουν συμμαχίες στην περιοχή. Η Ρωσία επιδιώκει και αυτή απ’ την πλευρά της να δημιουργήσει διακρατικές ενώσεις με σύμμαχες προς αυτήν χώρες, με σκοπό την ενίσχυση των εγχώριων μονοπωλίων. Οι ενώσεις αυτές είναι σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο και πρόκειται κυρίως για την Ευρασιατική Οικονομική Κοινότητα (που συμμετέχουν Ρωσία, Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιστάν και Τατζικιστάν), την Οργάνωση του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας, όπου εκτός από τις προηγούμενες συμμετέχουν επίσης Αρμενία και Ουζμπεκιστάν και την Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης, στην οποία συμμετέχει και η Κίνα. Εκτός από την Κίνα, η Ρωσία διατηρεί στενές επαφές και με άλλες επίσης ανερχόμενες καπιταλιστικές χώρες, όπως η Βραζιλία και η Ινδία.
Ένα από τα πιο σημαντικά διακυβεύματα των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή, δεν είναι άλλο από τα πλούσια κοιτάσματα αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου των χωρών του Καυκάσου και της Κασπίας. Οι δρόμοι απ’ τους οποίους θα περνούν οι αγωγοί με κατεύθυνση τη δυτική Ευρώπη, αλλά και ο έλεγχος των ίδιων των ενεργειακών αποθεμάτων, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές αιτίες προστριβής καθώς έχουν μεγάλη σημασία για τα μονοπώλια. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως η “προστασία” των αγωγών γίνεται συχνά με στρατιωτικά μέσα και απ’ τις δύο πλευρές.
Ταυτόχρονα με τους ανταγωνισμούς όμως, αναπτύσσονται και σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Για παράδειγμα οι χώρες της δυτικής Ευρώπης είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες ενεργειακά από τη Ρωσία, κάτι που τις ωθεί στο να ψάξουν τρόπους για ενεργειακή απεξάρτηση, κατεύθυνση προς την οποία πιέζουν και οι ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, πετρέλαιο και φυσικό αέριο αποτελούν πολύ σημαντικά εξαγωγικά προϊόντα της Ρωσίας.
Η Ρωσία, ανεξάρτητα από τα διαφορετικά συμφέροντα που υπάρχουν, θέλει ταυτόχρονα να εμβαθύνει τους δεσμούς της τόσο με την ΕΕ όσο με το ΝΑΤΟ, για να ενδυναμώσει το ρόλο της στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, διαμορφώνοντας έτσι σχέσεις αλληλεξάρτησης στο πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Έτσι, την ίδια στιγμή που εναντιώνεται στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, παραχωρεί εναέριο και εδαφικό χώρο για τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ ενάντια στο Αφγανιστάν! Παρά τις αντιθέσεις, η Ρωσία υπογράφει με τις ΗΠΑ “στρατηγικές συμφωνίες συνεργασίας”, συμμετέχει σε στρατιωτικές ασκήσεις με το ΝΑΤΟ, ενώ εδώ και χρόνια λειτουργεί το Συμβούλιο Ρωσίας – ΝΑΤΟ για ζητήματα …“ασφάλειας” σε όλο τον κόσμο. Το 2009 άλλωστε έγινε στην Κέρκυρα ειδική σύνοδος του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, στα πλαίσια της συνόδου του ΟΑΣΕ…
Παράξενο; Όχι και τόσο… Όπως είπαμε, η στάση της Ρωσίας δεν υπαγορεύεται από αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα, αλλά από τα κέρδη που έχει να προσκομίσει η εγχώρια αστική τάξη. Είναι λογικό λοιπόν να προσεγγίζει ευρωπαϊκές χώρες, όπως Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία, όταν πρόκειται για συμφωνίες με αμοιβαίο -για τους καπιταλιστές- όφελος ή το ΝΑΤΟ όταν επιχειρούν από κοινού ενάντια στους λαούς. Οι συμμαχίες και οι ισορροπίες μεταξύ των “αρπακτικών” άλλωστε είναι πάντα εύθραυστες και η Ρωσία αποτελεί οργανικό μέρος των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών στην περιοχή…
Παρόμοια στάση κρατούν και οι αστικές τάξεις των μικρότερων χωρών της περιοχής, οι οποίες διαλέγουν στρατόπεδο ανάλογα με το πώς εκτιμούν ότι θα εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντά τους. Ενδεικτικό της ρευστότητας και των ανακατατάξεων που υπάρχουν στην περιοχή είναι οι πρόσφατες εκλογές στην Ουκρανία, με τη νέα κυβέρνηση να κινείται πιο φιλικά προς τη Ρωσία. Το σημαντικό πάντως είναι ότι η επιλογή γίνεται μεταξύ δύο εξίσου ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων και είναι θέμα ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και όχι φιλολαϊκής ή όχι κατεύθυνσης. Είτε “φιλοδυτικές” είτε “ρωσόφιλες”, οι κυβερνήσεις των χωρών της περιοχής εξυπηρετούν ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και εφαρμόζουν αντιλαϊκές πολιτικές.
Τίποτα δεν έχουν να προσδοκούν οι λαοί από την ενίσχυση της Ρωσίας ή άλλων ανερχόμενων καπιταλιστικών δυνάμεων που απειλούν την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Καμία απ’ αυτές τις χώρες δεν έχει πρόβλημα άλλωστε να συμμαχήσει με ΗΠΑ και ΕΕ όταν είναι να χτυπήσει τους εργαζομένους.
Επειδή όμως οι ανταγωνισμοί επηρεάζουν τη ζωή των εργαζομένων, το εργατικό κίνημα πρέπει να τους πάρει υπ’ όψιν του, να τους εκμεταλλευτεί και να τους αξιοποιεί στην αντιιμπεριαλιστική πάλη του, χωρίς φυσικά να πάρει το μέρος κανενός από τους καπιταλιστές, όπως επίμονα ζητάνε η σοσιαλδημοκρατία και οι οπορτουνιστές.
Το πραγματικό ζητούμενο για τους λαούς και το εργατικό κίνημα είναι να διαμορφώσουν τη δική τους συμμαχία για την απεμπλοκή από τα ιμπεριαλιστικά σχέδια, ενάντια σε κάθε ιμπεριαλιστικό κέντρο, ασχέτως ονομασίας, αλλά και ακόμα παραπέρα, για την οικοδόμηση μια νέας κοινωνίας, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Η συνεπής πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό αναπόφευκτα συνδέεται με τον αγώνα για τη νέα, σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία.
Το πραγματικό “αντίπαλο δέος”
Αντίπαλο δέος για τον ιμπεριαλισμό μπορούσε να αποτελέσει, όπως και αποτέλεσε, μόνο ένα σύστημα με εντελώς διαφορετική οικονομική βάση και στόχους, ο σοσιαλισμός. Μόνο η ΕΣΣΔ και οι υπόλοιπες σοσιαλιστικές χώρες υπήρξαν παράγοντας ειρήνης και πραγματικό αντίβαρο στις επιθετικές διαθέσεις του ΝΑΤΟ, πραγματικό αποκούμπι για τους λαούς όλων των χωρών του κόσμου. Οι εργαζόμενοι στο σοσιαλισμό κατάφεραν να κατακτήσουν πρωτοφανέρωτα δικαιώματα σε παιδεία, υγεία, ωράριο, ασφάλιση, ενώ πολλά από αυτά αναγκάστηκαν στη συνέχεια να τα παραχωρήσουν και αρκετές καπιταλιστικές χώρες, τόσο ως συνέπεια του “ανταγωνισμού” μεταξύ των δύο συστημάτων, όσο και λόγω της πάλης του εργατικού κινήματος στη δυτική Ευρώπη. Η αντεπανάσταση στις αρχές του ’90, όχι μόνο δεν έφερε ευημερία και ειρήνη που επαγγέλονταν οι απολογητές του καπιταλισμού, αλλά αντίθετα δεκάδες πολέμους (σε Βαλκάνια, Ιράκ, Αφγανιστάν κ.α.) και σάρωση αυτών των δικαιωμάτων.
Περιεχόμενα |
Αποστολή με email
|
Εκτυπώσιμη μορφή
Προτείνετε το δημοσίευμα
: Buzz
: Cull
: Baza
: Bobit
: Checkit
: Digme
: MindBlog
: Shootme
Στήλες - Κατηγορίες: Διεθνή