Προσυνεδριακός διάλογος
Στις θέσεις του 10ου Συνεδρίου της ΚΝΕ το ζήτημα των μεταναστών δεν έχει στριμωχτεί σε μια παράγραφο αλλά διαχέεται σε όλο το κείμενο τον Θέσεων. Ας δούμε μερικές πλευρές που πιστεύω ότι θα ωθήσουν στην παραπέρα ανάπτυξη της κουβέντας με τους μετανάστες εργάτες.
Η μετανάστευση στην εποχή μας προκαλείται από την ανεργία, τη φτώχεια, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τον οικονομικό στραγγαλισμό από τις ιμπεριαλιστικές χώρες (στα πλαίσια του ανταγωνισμού) σε άλλες χώρες, που είχαν την τύχη ή την “ατυχία”, να είναι πλούσιες σε ορυκτά ή να παίζουν κάποιο σημαντικό γεωγραφικό ρόλο στον οικονομικό χάρτη του ιμπεριαλισμού και στις αντιθέσεις μεταξύ τους.
Γίνεται ξεκάθαρο πλέον ότι, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι μετανάστες εργάτες στην Ελλάδα έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο δρόμους. Ο ένας είναι της υποταγής, της ανασφάλιστης και απλήρωτης εργασίας, της ξενοφοβίας, της ανισότητας, της σύγχρονης σκλαβιάς και της υποταγής σε εθνικιστικές-ρατσιστικές αντιλήψεις. Είναι ο δρόμος που στηρίζουν όλες εκείνες οι δυνάμεις του ευρωμονόδρομου με πολλούς και διάφορους τρόπους.
Ο άλλος είναι ο δρόμος της ταξικής ενότητας και της ενιαίας ταξικής πάλης κάτω από ένα πολιτικό και διεκδικητικό πλαίσιο, που όλοι οι εργάτες, ανεξαρτήτου εθνικότητας, θα το στηρίξουν και θα εμπλουτίσουν την πείρα τους στη δράση. Είναι ο δρόμος μαζί με το ΠΑΜΕ στο συνδικαλιστικό σκέλος, και με το ΚΚΕ-ΚΝΕ στο πολιτικό.
Ο δρόμος για ένα καλύτερο αύριο δεν περνάει από τη συνεχή μετανάστευση από χώρα σε χώρα, αλλά από την ταξική πάλη μαζί με τα ταξικά μας αδέλφια ενάντια στον κοινό ταξικό εχθρό όπου κι αν βρίσκεται ένας εργάτης.
Η αντίληψη ότι βρίσκονται σε μια ξένη χώρα, άρα δεν πρέπει να διεκδικούν, διακινείται από αντιδραστικούς κύκλους και τσιράκια του κεφαλαίου, που στην τελική ευνοεί το κεφάλαιο για περισσότερα κέρδη εις βάρος και των ντόπιων εργατών, οι οποίοι έχουν τους ίδιους εκμεταλλευτές με τους ξένους εργάτες.
Χρειάζεται σύγκρουση, με όσες πολιτικές-συνδικαλιστικές δυνάμεις μιλάνε για “μεταναστευτικό κίνημα”, θέλοντας να διαχωρίσουν την αδιάσπαστη θέση του μετανάστη εργάτη στο σύνολο της εργατικής τάξης, αποδυναμώνοντας έτσι το ενιαίο ταξικό μέτωπο Ελλήνων-μεταναστών. Κι αυτό είναι κάτι παραπάνω από ρατσισμός. Είναι διάσπαση του εργατικού κινήματος. Δεν γίνεται σήμερα να έχουμε διαφορετικά αιτήματα. Χρειάζεται όλα τα σφυριά να χτυπάνε μαζί σε ένα στόχο, και ενιαία γραμμή των εργατών.
Είναι λαθεμένη η αντίληψη που υπάρχει, ότι πρέπει πρώτα να ξυπνάνε οι Έλληνες που είναι στη χώρα τους και μετά θα ακολουθήσουν οι μετανάστες εργάτες. Το “ξύπνημα” του εργάτη δεν είναι εθνικό ζήτημα αλλά ταξικό.
Έχει παρατηρηθεί, ότι όπου οι ταξικές δυνάμεις έχουν κάνει καλή παρέμβαση, έσπασε σε ένα βαθμό ο φόβος των μεταναστών και συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις και απεργίες του ΠΑΜΕ. Γράφτηκαν στα σωματεία του κλάδου τους παρ’ όλη τη χυδαία εργοδοτική τρομοκρατία.
Αλλά αυτό δεν φτάνει. Πρέπει να καλούμε τους μετανάστες να πάρουν έμπρακτα μέρος στα συνδικάτα και στις επιτροπές αγώνα, όχι μόνο ως απλά μέλη αλλά ως οργανωτές της ταξικής πάλης μέσα στους χώρους δουλιάς, μέσα στις σχολές κατάρτισης κλπ. Προβάλλοντας την ταξική ενότητα, το διεθνισμό και την αλληλεγγύη ενάντια στο ρατσισμό, ο οποίος έχει γίνει προέκταση του χεριού του κεφαλαίου και των κομμάτων του, προκειμένου να διαχωρίσει και να υποτάξει στις ορέξεις του την εργατική τάξη στο σύνολό της.
Το ίδιο συμβαίνει και με το ζήτημα της μετανάστριας γυναίκας, που ίσως είναι από τα μεγαλύτερα ζητήματα και δεν το έχουμε ανοίξει, όσο θα έπρεπε στις κουβέντες μας. Πολλές φορές αποτελεί ταμπού και δεν συζητάμε με μετανάστες το ζήτημα της γυναίκας. Εδώ χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε το εξής, ότι είναι άλλο πράγμα ο σεβασμός στον πολιτισμό του μετανάστη και άλλο η σιωπή για την κατάσταση, που βρίσκεται σήμερα η γυναίκα μετανάστρια στη ΕΕ και στην Ελλάδα. Όσο εμείς σιωπούμε τόσο πιο πολύ μεγαλώνει η ασέλγεια του κεφαλαίου πάνω της. Και δεν είναι έξω από αυτά η Ελληνίδα γυναίκα. Ας μην τρέφει λοιπόν κανείς αυταπάτες.
Η υπόθεση του σοσιαλισμού στην Ελλάδα είναι ζήτημα, που επιβάλλει και τη συμμετοχή των μεταναστών σε αυτή. Είναι ο δρόμος που θα τους βγάλει από τη σύγχρονη σκλαβιά. Και όχι μόνο αυτό αλλά η συμμετοχή τους και μόνο στο ταξικό κίνημα θα βοηθήσει να βγάλουν και συμπεράσματα για την πολιτική κατάσταση στις χώρες τους. Αν είναι πραγματικά ελεύθερες κάτω από το ζυγό των Αμερικανών και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και να καταδικάσουν τους μεγαλοϊδεατισμούς, που σκοπό έχουν το τεμάχισμα των λαών και την έχθρα μεταξύ τους αλλά και την υποδούλωση του ίδιου του λαού τους για το συμφέρον του κεφαλαίου. Μπορεί να φαίνεται δύσκολο αλλά από τον ενιαίο ταξικό αγώνα πέρνα και ο δρόμος της ενσωμάτωσής τους στην ελληνική κοινωνία.
Όσο θόρυβο κι αν έχει προκαλέσει το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τους μετανάστες, αυτό που τελικά τους νοιάζει δεν είναι αν θα ψηφίζουν ή όχι. Τους ενδιαφέρει να έχουν μόνιμη και σταθερή δουλιά με ίσες και καλές αποδοχές, στέγαση και ελεύθερη πρόσβαση στην παιδεία, χωρίς να πληρώνουν για παράδειγμα στα ΙΕΚ 700 ευρώ το 6μηνο κλπ. Για την ψήφο των μεταναστών καίγονται τα αστικά κόμματα για να συμπληρώνουν τους χαμένους ψηφοφόρους εργάτες που τους γυρίζουν την πλάτη, γι’ αυτό και θέλουν να δώσουν την ιθαγένεια μόνο υπό όρους και προϋποθέσεις που θα καθορίζουν τα κόμματα της πλουτοκρατίας. Για να τους ελέγχουν. Αλλά και το δικαίωμα ψήφου αν δοθεί, οι μετανάστες εργάτες πρέπει να παρακάμψουν τους διάφορους κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, που μέχρι χθες τους μάζευαν με τις κλούβες και τους πίνανε το αίμα στην κυριολεξία και τώρα έρχονται να τους ζητήσουν και τη ψήφο τους. Να μην παζαρεύουν κανένα δικαίωμα. Ακόμα και την ψήφο να την μετατρέψουν σε όπλο στα χέρια τους, για να χτυπήσουν μαζί με τους άλλους εργάτες, που μάχονται στο πλάι τους για ίσα δικαιώματα, τα αστικά κόμματα, που υπηρετούν την κερδοφορία του κεφαλαίου. Αυτήν την στιγμή έχει ίσως περισσότερη σημασία η ψήφος τους στα ταξικά σωματεία του ΠΑΜΕ, που από την πρώτη στιγμή είναι στο πλάι τους και δεν τους βλέπουν σαν λαθραίους, γιατί για μας δεν είναι εμπόρευμα, αλλά σαν αυτό που είναι στην πραγματικότητα.
Τα προβλήματα που εστιάζονται στις σχολές του ΟΑΕΔ είναι πολλά και ποικίλουν. Πρωταρχικά είναι η έλλειψη ολοκληρωμένης και ολόπλευρης μόρφωσης πάνω στο αντικείμενο των σπουδών. Η εκπαίδευση περιορίζεται στη λήψη αποσπασματικών γνώσεων και απόκτηση δεξιοτήτων με μοναδικό σκοπό όταν θα πάρουμε τον απολυτήριο τίτλο να είμαστε έτοιμοι και εκπαιδευμένοι, φτηνοί εργάτες που δεν θα υψώνουν το ανάστημά τους. Πριν όμως από αυτό είναι γνωστό ότι στη σχολή υποχρεούνται οι σπουδαστές σε 2ετή πρακτική άσκηση με ελάχιστες απολαβές και μισή ασφάλιση. Αυτό χρησιμεύει στο να τροφοδοτείται το κεφάλαιο με τσάμπα εργάτες και να κλείνουν φτηνά οι τρύπες και οι ελλείψεις σε δημόσιες και στρατιωτικές υπηρεσίες. Είναι δε άλλωστε και πολλά τα φαινόμενα όπου οι σπουδαστές στην πρακτική τους δεν απασχολούνται στο αντικείμενο σπουδών τους αλλά κάνουν τα θελήματα στους εργοδότες, γίνονται δηλαδή “το παιδί για όλες τις δουλιές”.
Χωρίς λοιπόν κανένα εκπαιδευτικό υλικό, όπως βιβλία και σοβαρές ελλείψεις στα εργαστήρια οι μαθητές τρέχουν από το ξημέρωμα μέχρι το νύχτωμα να προλάβουν τη δουλιά και μετά το μάθημα όπου εκεί σχεδόν στο σύνολό τους φτάνουν κουρασμένοι και χωρίς καμία όρεξη από την καθημερινή κόπωση για μάθηση. Το μόνο που τους διδάσκουν καλά είναι να σκύβουν το κεφάλι, να μην διεκδικούν και ότι ο εκάστοτε εργοδότης, καθηγητής, διευθυντής έχει την εξουσία στα χέρια του και δεν του αντιμάχεται ούτε του αντιμιλά κανείς.
Σε πολλές περιπτώσεις που οι μαθητές απευθύνθηκαν στους καθηγητές τους για αυθαιρεσίες των εργοδοτών όπως τη μη τήρηση του ωραρίου ή τη μη καταβολή των δεδουλευμένων, πήραν την απάντηση ότι «έτσι έχουν τα πράγματα, έτσι είναι η αγορά και πρέπει να κάνεις υποχωρήσεις αν θέλεις να έχεις δουλιά». Αυτήν την απάντηση πήραν από τους καθηγητές τους που υποτίθεται ότι είναι υπεύθυνοι για την τήρηση της σύμβασης από τους εργοδότες.
Με αυτά λοιπόν τα χαρακτηριστικά δεν μπορείς να μιλάς για απλούς σπουδαστές αλλά για εργάτες και μάλιστα διπλά εκμεταλλευόμενους. Γι’ αυτό το λόγο και η βαρύτητα που έδωσε το Κόμμα και η ΚΝΕ για τη δημιουργία οργάνωσης στους ΟΑΕΔ βρήκε αντίκρισμα. Τον τελευταίο χρόνο εντάχθηκαν πολλοί σπουδαστές στις γραμμές της ΚΝΕ και υπάρχουν δυνατότητες για παραπέρα. Δεν πρέπει όμως να παραμερίσουμε την αντικειμενική δυσκολία των συντρόφων της έλλειψης του χρόνου που είναι αυξημένη. Πολλές φορές λόγω του καθημερινού προγράμματος αντιμετωπίζουμε δυσκολία στο να συνεδριάσουμε ή στο να τηρήσουμε το πρόγραμμα εξορμήσεων που θέταμε.
Ακόμα και το καθημερινό διάβασμα του “Ρ” δεν έχει κατακτηθεί από το σύνολο των συντρόφων ή και η παραπέρα μελέτη για την κατάκτηση της γνώσης της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού. Αυτό είναι ζήτημα που πρέπει να δούμε το επόμενο διάστημα και με τη βοήθεια της καθοδήγησης να αντιμετωπιστεί. Το βασικό είναι ότι κατακτήσαμε και έχουμε σταθερή επαφή με σπουδαστές που είναι κοντά στις γραμμές μας και μέσα στις σχολές να μας γνωρίζουν όλοι ως κομμουνιστές. Γι’ αυτό καταφέραμε να έχουμε εκλεγμένους συντρόφους στα 5μελή και στα 7μελή των σχολών και να ακούγεται η φωνή μας και μέσα από κει. Με την κατάκτηση λοιπόν της ιδεολογίας, της κοσμοθεωρίας μας και την απόκτηση της πείρας να ατσαλωθούμε με σκοπό την ισχυροποίηση των ΟΒ και τη δημιουργία, όπου δεν υπάρχουν, και της σταθερής παρέμβασης μας στις σχολές. Φυσικά θα αντιμετωπίσουμε και δυσκολίες γιατί ούτε οι εργοδότες ούτε οι διευθυντάδες των σχολών που τους στηρίζουν θα ανεχθούν οι μαθητές να υψώσουν ανάστημα, να διεκδικήσουν και να τους χαλάσουν αυτό που κάνουν τόσο καλά όλα αυτά τα χρόνια, να σε κάνουν δηλαδή εργάτη χωρίς απαιτήσεις και δικαιώματα. Πρέπει να μας βρουν μπροστά τους, να τους χαλάσουμε τα σχέδια με την καθημερινή και σταθερή παρέμβασή μας είτε οργανωμένα με εξορμήσεις, είτε με την καθημερινή επαφή μας μέσα στο μάθημα, στο διάλειμμα, στο χώρο δουλιάς. Τη δουλιά μας θα βοηθήσουν και οι πιο συχνές συσκέψεις με τις επιρροές μας και καλό θα ήταν σε αυτές να παραβρίσκονται και μέλη από τα σωματεία.
Μπροστά μας έχουμε το 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ και πρωταρχικό μας μέλημα να γίνει το να προπαγανδίσουμε πλατιά μέσα στις σχολές και τους χώρους δουλιάς τις Θέσεις του Συνεδρίου. Να ακουστούν και να διαβαστούν από την εργαζόμενη νεολαία. Με γνώμονα αυτό και τον “Ο” στο χέρι πάμε έξω και μέσα στις σχολές των ΟΑΕΔ και τους χώρους όπου εργαζόμαστε.
Όσον αφορά την οικονομική δουλιά πρέπει να κατακτήσουμε να καταβάλλουμε κάθε μήνα τη συνδρομή μας. Δεν πρέπει μέσα σε όλα τα άλλα να αμελούμε την οικονομική δουλιά και να γίνει κατανοητό από το σύνολο της Οργάνωσης ποιος είναι ο ρόλος και ο σκοπός της οικονομικής δουλιάς.
Με τις Θέσεις είμαι απόλυτα σύμφωνος. Θέλω να σταθώ κυρίως στο ζήτημα της οικοδόμησης γερών οργανώσεων στα ΤΕΙ. Σίγουρα έχουν γίνει θετικά βήματα. Σ’ αυτά τα 4 χρόνια οι οργανώσεις μας πρωτοστάτησαν σε κάθε μικρή ή μεγάλη κινητοποίηση, έδωσαν μάχες με επιτυχία στο πλευρό του Κόμματος. Παράλληλα οι δεκάδες κομματικές εκδηλώσεις, η καμπάνια συζήτησης και δράσης με τους σπουδαστές των ΤΕΙ και φυσικά οι αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου του Κόμματος έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να αναδεικνύουμε τη διαχωριστική μας γραμμή στο κίνημα, αλλά και να βάζουμε την πολιτική μας πρόταση συνολικότερα και τεκμηριωμένα.
Η ταξική προέλευση των σπουδαστών και η ταξική προοπτική των αποφοίτων των ΤΕΙ δημιουργεί πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να κατανοήσουν και να υιοθετήσουν οι σπουδαστές την πολιτική πρόταση του ΚΚΕ. Οι σπουδαστές των ΤΕΙ βιώνουν με τον πιο άμεσο τρόπο τις συνέπειες από την αντιλαϊκή πολιτική πρώτα απ’ όλα στη ζωή και στην οικογένειά τους. Ένας μεγάλος αριθμός, περίπου το 60%, εργάζεται παράλληλα με τις σπουδές για να καταφέρει να ανταπεξέλθει στο αυξημένο κόστος σπουδών και για να τα βγάλει πέρα στη ζωή καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα οικονομικής στήριξης από το σπίτι. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί ραγδαία ο αριθμός όσων εργάζονται, πολλοί εργάζονται από το 1ο εξάμηνο. Επίσης πολλοί παρατάνε τις σπουδές τους γιατί δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν ή να ανταπεξέλθουν οικονομικά.
Ιδιαίτερα στην εποχή μας εν μέσω οικονομικής κρίσης όπου τα προβλήματα οξύνονται και γιγαντώνονται για τους σπουδαστές και τις οικογένειές τους ένα δίλλημα επικρατεί: ή σκύβεις το κεφάλι, αποδέχεσαι την κατάσταση που βιώνεις, χαμηλώνεις συνεχώς τις απαιτήσεις από τις σπουδές, τη δουλιά, τη ζωή γενικότερα ή κάνεις την αγανάκτησή σου οργή και διάθεση για αγώνα να φέρεις τον κόσμο ανάποδα. Εκεί είναι που πρέπει η ΚΝΕ να παρέμβει αποφασιστικά. Να επιμείνουμε κατ’ αρχάς με όλους αυτούς τους νέους ότι ο πρώτος δρόμος είναι αδιέξοδος. Δεν οδηγεί πουθενά.
Υπάρχουν τμήματα και σχολές όπου οι νεολαίες των άλλων πολιτικών δυνάμεων φαίνονται πανίσχυρες, είναι πολύ αρνητικοί οι συσχετισμοί, κυριαρχεί το ρουσφέτι και η εξαγορά. Και φυσικά μαζί με την αστική προπαγάνδα, τον αντικομμουνισμό κλπ, ο αντίπαλος φαίνεται ανίκητος. Δεν είναι όμως έτσι. Έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια ότι μπορούμε να απεγκλωβίζουμε δυνάμεις μαζικά, όταν φωτίζουμε το ταξικό συμφέρον, την αιτία των προβλημάτων, όταν έχουμε οξυμένο ιδεολογικό μέτωπο και οργανώνουμε την πάλη ενάντια σ’ αυτήν την πολιτική. Πολύ περισσότερο όσο κάνουμε πιο κατανοητή τη διέξοδο που προτείνουμε μπορούμε να συγκροτούμε πιο ισχυρές οργανώσεις, να αλλάζουμε τον πολιτικό συσχετισμό στο χώρο. Είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση στο να πείσουμε για την ανάγκη συμπόρευσης με το ΚΚΕ, την αναγκαιότητα του Σοσιαλισμού και την ανατροπή του καπιταλισμού έχοντας όπλο τις αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου του Κόμματος.
Αυτό πρέπει να μας απασχολήσει ως πρώτο ζήτημα, η οικοδόμηση γερών οργανώσεων. Ειδικά στα ΤΕΙ που οι απόφοιτοι θα πυκνώσουν τις γραμμές του ΚΚΕ σε μια σειρά κρίσιμους κλάδους που θα δυναμώσουν συνολικά την παρέμβαση του Κόμματος, το ταξικό εργατικό κίνημα. Ο πολλαπλασιασμός των δυνάμεών μας στα ΤΕΙ είναι άμεσα ανάγκη που μπορεί να μας βγάλει πολύ πιο μπροστά. Χρειάζεται όμως τολμηρά να ξεπεράσουμε δισταγμούς στη συζήτηση, να πάμε να κουβεντιάσουμε αναλυτικά, όχι στο πόδι ή ευκαιριακά, να αφιερώσουμε χρόνο για να απαντήσουμε μαχητικά και πειστικά στα διάφορα ζητήματα που “κρατάνε πίσω” αρκετό κόσμο που είναι κοντά μας από το να οργανωθεί, προβάλλοντας πεισματικά το μονόδρομο της οργανωμένης πάλης για το Σοσιαλισμό μέσα από τις γραμμές της ΚΝΕ.
Τα καθοδηγητικά όργανα και οι ΟΒ πρέπει πάντα να συζητάνε τα ζητήματα αυτά που επιφανειακά φαίνεται ότι έχουν να κάνουν κυρίως με φόβο για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις, με το χρόνο, την οικογένεια, ενώ κυρίως αφορούν στο ποσό πείθουμε για την ανάγκη της ανατροπής, για τη φύση του καπιταλισμού, για τη ρεαλιστικότητα του Σοσιαλισμού, της πολιτικής μας πρότασης.
Είμαι σίγουρος ότι οι θέσεις του Συνεδρίου και οι αποφάσεις του θα συμβάλλουν αποφασιστικά στην παραπέρα ισχυροποίηση της ΚΝΕ, να προσελκύσουμε χιλιάδες ακόμα νέους και νέες στην πάλη για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
Η λειτουργία της ΟB είναι ζήτημα που δεν μας απασχολεί μόνο τώρα στο 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ. Το βάλαμε και στο 9ο Συνέδριο.
Από το 9ο Συνέδριο ως εδώ έχουμε κάνει αρκετά βήματα. Βήματα κύρια στην επαφή μας με τη γνώση της στρατηγικής του Κόμματός μας που εκφράστηκαν στη λειτουργία της ΟΒ στην παρέμβασή της στο χώρο της. Στο δυνάμωμα των επαναστατικών χαρακτηριστικών μας σε συνθήκες δύσκολες, πολυμέτωπες, με τον αντίπαλο να σπέρνει οικτρό αντικομμουνισμό, με ξεσηκώματα που ενσωματώθηκαν από το σύστημα με κύριο μοχλό τη σοσιαλδημοκρατία και τον οπορτουνισμό, άλλα και αγώνες προσανατολισμένοι που αφήνουν υποδομή για το επόμενο διάστημα, όπως οι προηγούμενες απεργίες.
Σε περίοδο κρίσης όπου η επίθεση της άρχουσας τάξης παίρνει διαστάσεις τραγικές για τα λαϊκά συμφέροντα, με τρομοκρατία στους χώρους δουλιάς και παιδείας, με απολύσεις, πετσόκομμα επαγγελματικών δικαιωμάτων, με χώρους μαθητείας σκλαβοπάζαρα για νέους εργαζομένους.
Σ’ αυτές τις συνθήκες η ΚΝΕ έκανε βήματα μπροστά στη δράση της, έδειξε αντοχή και συνεχίζει. Ωρίμασε ιδεολογικά και πολιτικά στην κατεύθυνση των αποφάσεων του 18ου Συνεδρίου του Κόμματος, δουλεύει με βάση τη στρατηγική του.
Αυτές οι συνθήκες όμως, σύντροφοι, χρειάζονται και ανεβασμένο πήχη σε όλα τα επίπεδα. Σε όλα τα επίπεδα και κύρια στο επίπεδο που δραστηριοποιείται η ΟΒ στο χώρο της.
Είναι μεγάλο στοίχημα για τα επόμενα χρόνια αυτό που λέμε «η ΟΒ να δρα προσανατολισμένα στο πως θα οργανώνεται η καθημερινή πάλη για τη δημιουργία του μετώπου, για το Σοσιαλισμό.»
Αυτό το ζήτημα που πρέπει να αφορά το περιεχόμενο της ΟΒ δεν το έχουμε λύσει ακόμα. Υπάρχουν ακόμα φαινόμενα του τύπου “ο κάθε ένας δουλεύει στο χωράφι του”, π.χ. οι μαθητές μόνο στους μαθητές, οι σπουδαστές μόνο στους σπουδαστές κτλ κτλ.
Έχουμε συντρόφους που δεν μπορούν να πρωτοστατήσουν στο χώρο τους. Να κάνουν παρέμβαση που θα είναι μόνιμη, σταθερή και θα φέρνει μόνιμα και σταθερά αποτελέσματα στην ανάπτυξη της πολιτικής επιρροής της ΚΝΕ.
Έχουμε παραδείγματα και πείρα από αυτό. Ειδικά σε μαθητικές ΟΒ πχ όπου σε περιόδους μαθητικών κινητοποιήσεων η Οργάνωση έκανε πολλές στρατολογίες μαζί. Στρατολογίες όχι καλά προετοιμασμένες σε συνδυασμό με την όχι ολοκληρωμένη αφομοίωση στην Οργάνωση.
Η συζήτηση στην ΟΒ ήταν πολύ αδύνατη, ενώ δεν πήραμε μέτρα εξοπλισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε αρκετές διαρροές, να χάσουμε την μάχη με αρκετά από αυτά τα παιδιά.
Χρειάζεται ακόμη καλύτερη συζήτηση στις ΟΒ (και ειδικά στις μαθητικές) μιας και τα ιδεολογήματα που μπαίνουν καθημερινά είναι πολλά. Ιδεολογήματα από όλα τα μέτωπα του αντιπάλου. Τηλεόραση, βιβλία, σχολείο. Έχουμε παράδειγμα καθηγητή που έκανε παρέμβαση μέσα στο μάθημά του ενάντια στις απεργίες και τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Παρέμβαση του τύπου “πως τίποτα δεν αλλάζει με τις απεργίες, πως τα μέτρα πρέπει να παρθούν ενάντια στην κρίση” κα.
Είναι πολλά τα “διλήμματα” πχ μπροστά σε μια απεργία για ένα νέο εργαζόμενο σύντροφο που κινδυνεύει μπρος στην απόλυση. Δεν είναι όμως ατομική υπόθεση αυτό. Δεν αρκεί μόνο η κουβέντα γιατί πρέπει να απεργήσει ένας εργαζόμενος και ειδικά κομμουνιστής. Ή μια απλή συζήτηση στο “τι είναι η απεργία”. Χρειάζεται πολύ πιο ολοκληρωμένη συζήτηση και δράση στην ΟΒ που θα προσανατολίζει το σύντροφο σταθερά. Έχουμε παράδειγμα συντρόφου που δεν κάναμε ουσιαστική συζήτηση μαζί του για να απεργήσει και δεν το πάλεψε στο χώρο εργασίας του, με αποτέλεσμα να μην απεργήσει και να μην κάνει δουλιά για την απεργία. Σε επόμενη απεργία είχαμε ακριβώς το αντίθετο. Ο σύντροφος και απήργησε και έφερε δυο συναδέλφους του στη συγκέντρωση. Προϋπήρξε μια κουβέντα που έπιανε και τις αδυναμίες της ΟΒ αλλά και καλύτερα το σχεδιασμό. Σχεδιασμός που έπιανε το χώρο δράσης του συντρόφου. Το πώς μπορεί να δραστηριοποιηθεί μέσα στο χώρο του και πως η ΟΒ θα συμβάλλει σε αυτό. Εξοπλισμός στα κύρια ιδεολογήματα που μπήκαν μπροστά μας, μικρές συσκέψεις, μαζικές εξορμήσεις. Σπάσαμε την εργοδοτική τρομοκρατία και εν τέλει μπορέσαμε να πατήσουμε πόδι.
Ιδεολογική-πολιτική θωράκιση της ΟΒ, όρος για την ισχυροποίησή μας
Γενικά ο εξοπλισμός και η ιδεολογικοπολιτική παρέμβασή μας είναι το κύριο ζήτημα προς κατάκτηση γι’ αυτά τα ζητήματα. Η προετοιμασία και η κουβέντα που αναπτύσσεται στους κόλπους της ΟΒ. Η ιδεολογική, θεωρητική δουλιά που πρέπει να γιγαντωθεί σε όλο το φάσμα της ΚΝΕ. Από τα ανώτερα όργανα ως τις ΟΒ. Η δημιουργική συζήτηση από όλα τα μέλη της ΟΒ που θα μπολιάζεται στη συνείδηση των συντρόφων ώστε να γίνονται πράξεις οι αποφάσεις που παίρνει η ΟΒ.
Η επίμονη και στοργική καθοδήγηση από τα όργανα και τους καθοδηγητές, την πρωτοπορία που πρέπει να έχει ένα στέλεχος στην υλοποίηση καθηκόντων και στη δράση, στην πείρα και την εμπειρία που θα εμπνεύσει παρακάτω με την καθημερινή αυτοθυσία και το παράδειγμα που πρέπει να δείχνει.
Ιδεολογικοπολιτικά εξοπλισμένα όργανα στο να απαντάμε το “γιατί” έχουμε τα κενά στη δράση μας “στο πως θα τα λύσουμε” και όχι να γίνεται μια αποτύπωση και μόνο των προβλημάτων. Έτσι πολλές φορές καταλήγουμε σε μια στείρα κριτική χωρίς να έχουμε βγάλει συμπέρασμα χωρίς να γίνεται ολοκληρωμένη κουβέντα ώστε να κατακτηθεί η τυχόν αδυναμία μας. Όσο δεν λύνεται αυτό το πολιτικό “γιατί” και το “πώς” θα έχουμε στασιμότητα και η στασιμότητα φέρνει πισωγυρίσματα και όχι ανάπτυξη.
Έτσι, ορθά αναφέρεται στις Θέσεις ότι το επίπεδο αφομοίωσης των Θέσεών μας θα πρέπει να ανέβει. Ότι το επίπεδο αφομοίωσης των Θέσεών μας είναι αντανάκλαση της λειτουργίας μας και της διαπαιδαγώγησης της ΟΒ. Έτσι ανεβαίνει η πολιτική συζήτηση στην ΟΒ και τα όργανα, ανεβαίνει ο προβληματισμός των συντρόφων ως προς το περιεχόμενο της δράσης μας.
Η πίστη στα ιδανικά του Σοσιαλισμού, η γνώση και η υπεράσπιση του Σοσιαλισμού που γνωρίσαμε σε συνδυασμό με την 92χρονη Ιστορία του ΚΚΕ είναι όρος για μια ισχυρή ΚΝΕ με ικανά μέλη που αύριο θα πάρουν τον τιμημένο τίτλο του μέλους του ΚΚΕ.
Και αυτό σύντροφοι νομίζω πως δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Το μεγαλύτερο χρέος που έχει η ΚΝΕ είναι να προετοιμάζει αυριανά Κομματικά Μέλη που θα είναι ολόπλευρα εξοπλισμένα.
Κλείνω με την ολόπλευρη συμφωνία μου στις Θέσεις του ΚΣ της ΚΝΕ και με την πίστη ότι οι αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ και του 10ου Συνεδρίου της ΚΝΕ θα μας φέρουν ακόμα πιο κοντά στο Σοσιαλισμό-Κομμουνισμό.
Στο κείμενο των Θέσεων του 10ου Συνεδρίου της Οργάνωσης, στη ρότα των αποφάσεων του 18ου Συνεδρίου του Κόμματός μας αποτυπώνονται ανάγλυφα τα βήματα ωρίμανσης, ενίσχυσης των επαναστατικών χαρακτηριστικών, τα βήματα στον προσανατολισμό μας που έχουν γίνει.
Εκεί χτυπάει η καρδιά των βιομηχανικών εργατών της περιοχής μας, του Κορωπίου (και όχι μόνο) επομένως εκεί πρώτα πρέπει να βροντοχτυπούν τα σφυριά της Οργάνωσης.
«Οι πρώτοι που είναι ανάγκη να πειστούν και να οργανωθούν για τη σοσιαλιστική διέξοδο είναι οι νέοι και οι νέες της δουλιάς, γιατί αυτό είναι το πιο ζωντανό κομμάτι της πρωτοπόρας τάξης».
Η παραπάνω διατύπωση στις Θέσεις καθώς και το κομμάτι στην απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του Κόμματος για τη Νεολαία, που αναφέρει πως «η εργασιακή διαδικασία παραμένει ο αναντικατάστατος χώρος που δίνει γνώση και πείρα για τη συνειδητοποίηση της νεολαίας», δεν αποτελούν υποτίμηση στα άλλα τμήματα της νεολαίας. Δίνουμε βάρος στους βιομηχανικούς εργάτες και πώς μέσα από αυτούς θα δώσουμε την απαραίτητη αναπνοή τόσο στο εργατικό κίνημα αλλά και νέο εργατικό αίμα στις γραμμές του Κόμματος.
Βάζουμε στο επίκεντρο την εργατική δουλιά και εμπιστευόμαστε τη νέα βάρδια, διότι οι νέοι που μπαίνουν ή βρίσκονται ήδη στην παραγωγή, είναι στο βασικό άξονα λειτουργίας, αναπαραγωγής και επιβίωσης αυτού του συστήματος, δηλαδή στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Έχουμε κάνει βήματα. Μαζί Κόμμα και ΚΝΕ έχουμε καταφέρει να μπούμε σε δεκάδες εργοστάσια (κυρίως Μέταλλο). Σε πολλά από αυτά γνωρίσαμε κόσμο, νέους, οπαδούς μας, μπήκαμε μπροστά στην επαφή και οργάνωση των εργαζομένων στα ταξικά συνδικάτα, είχαμε συμβολή καθοριστική σε κινητοποιήσεις. Αυτό μόνο δεν φτάνει όμως.
Πιο θαρρετά πρέπει να ανοίγουμε τη ρίζα του “κακού”. Δηλαδή όσο υπάρχει το σύστημα αυτό της εξουσίας των μονοπωλίων τα φαινόμενα της απληρωσιάς, των απολύσεων, της 3ήμερης-4ήμερης εργασίας, της ανεργίας είναι κανόνας. Ακόμα και αν ο αγώνας των εργαζομένων για να πάρουν το αυτονόητο των δεδουλευμένων φέρνει αποτέλεσμα, δεν μπορεί κάτω από τη δική μας συμβολή να μη γίνεται στον εργάτη καθαρό ότι όσο δεν κάνει αυτός κουμάντο σε επίπεδο εξουσίας τόσο αυτά τα φαινόμενα θα γιγαντώνονται.
Σημαντικό κομμάτι αποτελούν οι μετανάστες, το πιο άγρια εκμεταλλευόμενο κομμάτι της εργατικής τάξης. Υπάρχουν αρκετοί που αναγνωρίζουν το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ, που στέκονται μπροστά σε μια σειρά από μάχες. Πηγαίνοντας με εμπιστοσύνη σε αυτούς τους εργάτες, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή το σκοπό σου και ότι δεν είσαι “κανένας προφήτης του Μωάμεθ που θέλεις το καλό του κόσμου” μπορείς να τους έχεις μαζί σου και με όρους.
Κρίκος στη δουλιά αποτελεί το ξεμπρόστιασμα των εργοδοτικών ηγεσιών της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ σπάζοντας τις διάφορες αυταπάτες περί ενότητας, προοδευτικού τους ρόλου. Από την άλλη μάχη σπάζοντας ιδεολογήματα κοινωνικού εταιρισμού “η επιχείρηση μας”, και “αυτός δεν έχει λεφτά όπως εμείς”, μοιρολατρίας και ατομικού δρόμου που δηλητηριάζουν εργατικές συνειδήσεις.
Όπλο αποτελεί η διακίνηση του κομματικού τύπου στους χώρους δουλιάς. Είναι κρίσιμο το πώς πάει η κυκλοφορία του “Οδηγητή” και του “Ριζοσπάστη” στις ζώνες αν θέλουμε να μιλάμε για βήματα ανασύνταξης, ξεπερνώντας κολλήματα και αδυναμίες στην πλατιά διακίνηση.
Υπάρχουν δεκάδες παραδείγματα μελών της ΚΝΕ, που βγήκαν μπροστά, οργάνωσαν τη μάχη, απειθάρχησαν σε εργοδοτικές εντολές. Μέλη και φίλοι της ΚΝΕ, που δουλεύουν σε μεγάλους χώρους, απέργησαν και στάθηκαν απέναντι στην εργοδοσία. Κατοχύρωσαν με την αγωνιστική και πρωτοπόρα στάση τους στη συνείδηση περισσότερων εργαζομένων, τα σωματεία στα οποία ανήκουν και το ΠΑΜΕ, ενίσχυσαν το κύρος του ΚΚΕ στους συναδέλφους τους, κάνοντας καθαρό στο χώρο τους τον πρωτοπόρο ρόλο τους. Έπαιξαν ρόλο στην οργάνωση της δουλιάς με τους συναδέλφους (πχ συσκέψεις, σωματειακές επιτροπές).
Το λύγισμα στο χώρο δουλιάς σημαίνει τσάκισμα από την εργοδοσία. Η απεργοσπασία αποτελεί τη χαρά του συστήματος ολάκερου, αποτελεί συμβιβασμό και ήττα. Η απεργία δεν είναι αυτοσκοπός αλλά αποτελεί δείγμα ανυπότακτης στάσης ζωής, βήμα συνειδητοποίησης.
Το επόμενο διάστημα με την περαιτέρω χειροτέρευση της κατάστασης και κάτω από τη δική μας συμβολή περισσότερες περιπτώσεις νέων εργατών θα παίξουν πρωτοπόρο ρόλο. Αυτούς τους νέους θα πρέπει να τους βοηθήσουμε για να μπορούν να φέρουν τον τιμημένο τίτλο του μέλους της ΚΝΕ. Για να μπορέσει να ριζώσει το Κόμμα στα εργοστάσια και τους χώρους.
Βασική προϋπόθεση για ΚΝΕ γερή και μαζική, για ανάπτυξη στην εργατική νεολαία είναι η υπεράσπιση και η προβολή του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Δεν θα καταφέρουμε ποτέ να σπάσουμε τη λογική των χαμηλών απαιτήσεων, ακόμα και αμυντικά αιτήματα για την προστασία από την ανεργία θα φαίνονται ουτοπικά, αν δεν ενισχύσουμε στο νέο εργάτη το όραμα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, αν ο ίδιος δεν αρχίζει να πιστεύει σε αυτό, αν δεν αρχίζει να κατανοεί ότι οι εργάτες μπορούν να κάνουν χωρίς αφεντικά, ότι δεν του κάνουν χάρη που τον έχουν στη δούλεψή τους, ότι ο εργοδότης στο χώρο είναι παράσιτο και το εργοστάσιο μπορεί και θα έρθει η στιγμή που δουλεύει χωρίς αυτόν.
Διαφορετικά θα απολύεται ή θα είναι απλήρωτος, θα καταλαβαίνει το “κακό”, θα κινητοποιείται προσωρινά αλλά βήμα ριζοσπαστικοποίησης δεν θα γίνεται.
Είναι ανάγκη να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στην παρέμβασή μας στις μικρές ηλικίες που βρίσκονται στο δημοτικό και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση χωρίς όμως να υποτιμάμε την προσχολική αγωγή. Γιατί όπως αναφέρεται και στις θέσεις του ΚΣ, η δράση της αστικής τάξης παίρνει νέες μορφές μέσα από τα αναλυτικά προγράμματα, ξεκινώντας από το νηπιαγωγείο. Τα μικρά παιδιά, από την πιο τρυφερή τους ηλικία, μαθαίνουν τις πιο απάνθρωπες πρακτικές και τον ανταγωνισμό, ενώ όλο και πιο λίγος χρόνος αφιερώνεται στις πραγματικές ανάγκες αγάπη, τρυφερότητα, ασφάλεια, κατανόηση και αυτογνωσία. Γι’ αυτό και η δική μας παρέμβαση πρέπει να αξιοποιεί όλες τις μορφές όπως τις εκδόσεις παιδικών βιβλίων, το παιχνίδι, το παιδικό θέατρο, τις παιδικές ταινίες, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές στον “902” κ.α.
Πρώτα απ’ όλα για να είναι σωστή και ολοκληρωμένη η παρέμβασή μας σε αυτές τις ηλικίες, πρέπει να καταλάβουμε πως είναι απόλυτα λάθος να σκεφτόμαστε πως “είναι μικρό ακόμη, δεν καταλαβαίνει”, “έχει μπροστά του χρόνια να μάθει”. Αυτή η ηλικία είναι η πιο σημαντική αλλά ταυτόχρονα και η πιο επικίνδυνη φάση της ζωής ενός παιδιού. Και είναι επικίνδυνη γιατί η πληροφορία που δέχεται είναι ταυτόχρονα και η “σωστή” (αφού την μεταφέρει η νηπιαγωγός που λειτουργεί σαν πρότυπο για τα παιδιά). Τα παιδιά δέχονται επίθεση από τις πληροφορίες χωρίς να μπορούν να αξιολογήσουν, να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα. Στην περίοδο αυτή της ζωής τους γίνονται οι πιο μεγάλες διαστρεβλώσεις και οι πιο ύπουλες ζημιές. Γι’ αυτό ο παιδαγωγός πρέπει να υπηρετεί τις ανάγκες του παιδιού και όχι τις ανάγκες του κεφαλαίου που βασική τους επιδίωξη είναι να διαμορφώσουν έναν άνθρωπο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους από την νηπιακή κιόλας ηλικία. Ο σωστός εκπαιδευτικός, σύμφωνα με τον παιδαγωγό Δημήτρη Γληνό, πρέπει να «βλέπει στις νέες ψυχές την δυνατότητα μιας καλύτερης ανθρωπότητας και θέτει ολόκληρο τον εαυτό του υπηρέτη της δημιουργίας της, βρίσκοντας σε αυτή του την ενέργεια την βαθύτατη ικανοποίηση του Είναι του».
Από την άλλη, η έννοια των δεξιοτήτων, που προωθείται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, κατακλύει και την προσχολική αγωγή. Η εκμάθηση της γραφής και των μαθηματικών που θα έπρεπε τα παιδιά να μαθαίνουν στην πρώτη δημοτικού, μεταφέρεται στο νηπιαγωγείο. Για την προσχολική ηλικία, όμως, κυρίαρχη δραστηριότητα δεν πρέπει να είναι η εκμάθηση γραφής, ανάγνωσης και αρίθμησης αλλά το παιχνίδι, που δεν είναι χαζολόγημα όπως πολλοί το θεωρούν. Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν μέσα από το παιχνίδι και όχι από το ακαδημαϊκό πρόγραμμα σπουδών, το οποίο είναι καταστροφικό για την ψυχοσύνθεση του παιδιού και ετοιμάζει “ρομποτάκια” και όχι ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Ο ρόλος του νηπιαγωγείου δεν μπορεί να είναι η εκπαίδευση, όπως προβλέπει το πλαίσιο προγράμματος σπουδών για το νηπιαγωγείο, που σκοπό έχει την εκγύμναση από πολύ νωρίς των παιδιών στις απαιτούμενες από την αγορά δεξιότητες.
Η πρόωρη εκπαίδευση αποτελεί ωμή παραβίαση των ορίων του παιδικού ψυχισμού και των αναγκών της νηπιακής ηλικίας. Πολλές φορές οι ίδιοι οι γονείς αγχώνονται να μάθει το παιδί τους να γράφει, να μάθει τους αριθμούς κτλ πριν πάει στο δημοτικό. Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνεται καταπιεστικά αλλά μόνο όταν το ζητήσει το ίδιο το παιδί. Ο ρόλος του νηπιαγωγείου πρέπει να είναι η διαπαιδαγώγηση, που στηρίζεται στην αυτενέργεια και την αυτόματη έκφραση του παιδιού, το οποίο με την κατάλληλη οργανωμένη παρέμβαση του παιδαγωγού ανακαλύπτει τον κόσμο, αναπτύσσει τις αισθησιοκινητικές και τις ψυχοσωματικές του ικανότητες. Πρέπει να είναι η αγωγή και η διαμόρφωση κανόνων ζωής όπως η επιμέλεια, η εργατικότητα, η υπευθυνότητα, η σωστή διατροφή, η προσωπική φροντίδα και υγιεινή, η καθαριότητα κτλ.
Ο παιδαγωγός πρέπει να μπορεί να βλέπει τις ανάγκες του κάθε παιδιού ξεχωριστά αλλά και της ομάδας. Να προσαρμόζεται στα δεδομένα του κάθε νηπιαγωγείου πχ αν υπάρχουν μεταναστόπουλα, να γίνεται επίμονη δουλιά με τη γλώσσα από τη μία και από την άλλη, μέσα από κατάλληλες πρακτικές να μην αφήνει περιθώρια για ρατσιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις. Το παιδαγωγικό πρόγραμμα να στηρίζεται σε επιστημονικές προδιαγραφές, που να βοηθά στην ολόπλευρη και ισορροπημένη ανάπτυξη του παιδιού και όχι στη “διαθεματικότητα”, που προωθείται από το νηπιαγωγείο ακόμη, η οποία καλλιεργεί την αποσπασματικότητα και μπερδεύει παρά βοηθά το παιδί.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν ένα ενδεικτικό παράδειγμα για την προσχολική αγωγή η οποία κυρίως πρέπει να είναι ενιαία και υποχρεωτική για δύο χρόνια όταν το παιδί είναι 4-6 ετών, ώστε να μπορεί από καλύτερη θέση να κοινωνικοποιηθεί και να κάνει μόνο του τα πρώτα βήματα. Σ’ αυτά τα πλαίσια είναι απαραίτητη η αντίσταση και ο αγώνας της εκπαιδευτικής κοινότητας, των γονιών και συνολικά όλων των εργαζομένων.
«Ψάξε για σχολείο, άστεγε! Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε! Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: Είν’ ένα όπλο. Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία!»
Σύντροφοι, στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου θα ήθελα να εκφράσω την άποψή μου, όσον αφορά τον ελεύθερο χρόνο ενός νέου σήμερα και πως η λειτουργία της ΟΒ, η ζωή και η δράση της μπορεί να προσδώσει μια ακόμα καλύτερη κατεύθυνση.
Κατά την άποψη μου σήμερα η επίθεση του συστήματος είναι ακόμα πιο έντονη, αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας. Ο στόχος του συστήματος σήμερα διαμορφώνεται έτσι ώστε ως στόχο δεν έχει μόνο τη συνεχή και ακατάπαυστη αύξηση του κέρδους, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσει τον άνθρωπο που συναινεί στο κέρδος του, με αποτέλεσμα να εφαρμόζει ένα ευρύ φάσμα μέτρων για την επίτευξη του στόχου του. Καθώς τα μέτρα που παίρνει σήμερα δεν είναι μόνο ως προς την οικονομία αλλά γενικότερα ως προς το περιεχόμενο της καθημερινότητας της ζωής του ανθρώπου. Δηλαδή σήμερα παρατηρούμε ότι το σύστημα κλιμακώνει την προπαγάνδηση των φαύλων αντιλήψεών του. Από το σχολείο και τα σχολικά βιβλία γενικότερα που όχι μόνο ξαναγράφει την ιστορία και ουσιαστικά θάβει επιτεύγματα του Σοσιαλισμού αλλά γίνεται εξίσωση του Στάλιν με το Χίτλερ, του κομμουνισμού με το φασισμό κτλ. Ταυτόχρονα διαπλάθει χαρακτήρες κατά βάση ανταγωνιστικούς και σαν να μην έφτανε αυτό σε όλους τους χώρους διασπείρει αντιλήψεις και ιδεολογήματα όπως στο σχολείο, στο ΤΕΙ και την εργασία. Σήμερα από καλύτερη βάση επιτίθεται και στον ελεύθερο χρόνο που έχει ένας άνθρωπος. Πιο συγκεκριμένα σήμερα εντοπίζουμε ότι από τη μία ο ελεύθερος χρόνος συνεχώς μειώνεται βλέπε 65ωρο, φροντιστήρια κτλ, μολονότι συνάμα υπάρχει και ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη. Από την άλλη σε όσο χρόνο απομένει, εξωθούν τους νέους σήμερα σε μορφές “διασκέδασης” όπως τα νετ-καφέ, τα νυχτερινά μαγαζιά, το facebook κτλ, που προβάλουν μονοδιάστατες όψεις που στόχο έχουν να αφομοιώσουν ένα κόσμο σε ιδεολογήματα όπως “κοίτα την πάρτη σου” και κατ’ επέκταση “έχεις λίγο χρόνο γι’ αυτό κοίτα πως εσύ θα περάσεις καλύτερα”, αλλά και της γενικότερης απομόνωσης του νέου από τη ρίζα των προβλημάτων του.
Έτσι σήμερα τα αντανακλαστικά των ΟΒ χρειάζεται να βρίσκονται σε εγρήγορση λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους και τις ανάγκες τις νεολαίας αλλά και σε ένα βαθμό να παίρνουν μέτρα που χρειάζεται να είναι πολύμορφα πατώντας στον πολιτικό άξονα. Κατά την άποψη μου χρειάζεται οι ΟΒ σήμερα να δουλεύουν ακόμα καλύτερα σε κατεύθυνση ώστε να ανταπεξέρχονται σε όλο το φάσμα του χρόνου του νέου και να δίνουν διαφορετικό νόημα προβάλλοντας την αντίληψή μας σχεδιασμένα. Δηλαδή μια ΟΒ είναι ανάγκη όχι μόνο να είναι ενήμερη για τις εξελίξεις και να μπορεί να τις απαντήσει. Σήμερα είναι πιο επιτακτική ανάγκη το σύστημα να παίρνει απαντήσεις για όλα τα ζητήματα που εκφράζει. Η ΟΒ μέσα από την πολιτική κουβέντα πρέπει να μπορεί να εντοπίζει το χαρακτήρα της ενότητας των ζητημάτων στη βάση του συστήματος. Να σχεδιάζει με κατεύθυνση όχι απλά να δώσει μια πολιτική απάντηση, αλλά να μπορεί και να ενθουσιάζει και να ξεχωρίζει με τη στάση της. Όχι μόνο μέσα από την προβολή μερικών θέσεων αλλά να προσδίδει χαρακτηριστικά τέτοια στη δράση της που να κερδίζουν τη νεολαία και έχουμε τέτοια παραδείγματα, όπως όταν σε ένα χώρο με μια εξόρμηση εμπλουτίζεται και με κάποιο θεατρικό κτλ. Η ΟΒ να είναι εκείνη που σήμερα παίρνει την πρωτοβουλία και οργανώνει μια προβολή ταινίας, είτε μια κινητοποίηση στο χώρο της διανθίζοντας το σχεδιασμό, βάζοντας και τον πολιτιστικό άξονα. Ουσιαστικά είναι ανάγκη ο σχεδιασμός να λαμβάνει υπόψη σε καλύτερη βάση και τα επιμέρους ενδιαφέροντα των μελών. Πιο συγκεκριμένα στον εκάστοτε στόχο της οργάνωσης, όπως για παράδειγμα μια απεργιακή κινητοποίηση που μια ΟΒ των ΤΕΙ μπορεί να βάλει σχεδιασμό πόσο κόσμο θα κατεβάσει στην πορεία, να ειδικεύει και ίσους στόχους μακροβιότερους δηλαδή πέρα από το καθημερινό μοτίβο να προσθέσει ένα θεατρικό, μια ταινία με θέμα την απεργία κτλ, πράγματα τα οποία ανεβάζουν τη δράση, το κύρος της Οργάνωσης, ενώ από την άλλη διαπαιδαγωγούν νέους, νέες σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που μπαίνει σήμερα. Που πολλές φορές μπορούν να αποτελέσουν και σκαλί για σταθερούς και ποιοτικότερους δεσμούς με την νεολαία. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η δραστηριότητα θα γίνεται ερήμην πολιτικής δουλιάς. Στόχος των ΟΒ δεν πρέπει να είναι μόνο η αύξηση του κύρους της στο χώρο της αλλά κυριότερα καθημερινά να βάζει νέους και νέες στο πλευρό της, στη δράσης της με τον “Οδηγητή”, στην επιτροπή αγώνα, στη συμμετοχή και δράση της Οργάνωσης. Ώστε κατόπιν ο σχεδιασμός της ΟΒ να μην είναι δυσπρόσιτος για τη νεολαία.
Επίσης σ’ αυτήν την κατεύθυνση καθοριστικό ρόλο παίζει και ο χαρακτήρας της καθοδήγησης που είναι ανάγκη να προσφέρει ιδεολογικοπολιτική στήριξη, συζητήσεις, μαθήματα εξαίροντας το αίσθημα ευθύνης αλλά και πρωτοβουλίας των παρακάτω στελεχών και μελών.
Για τη δουλιά μας στο χώρο της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης του Πειραιά
Η Ζώνη συγκεντρώνει εργάτες διαφόρων εθνικοτήτων, την περίοδο που έχει στη Ζώνη δουλιά και έρχονται καράβια για επισκευή απασχολούνται μέχρι 8.000 εργαζόμενοι. Αυτό αναζωογονεί και το χώρο του εμπορίου και το χώρο του επισιτισμού και συνολικά ανεβάζει την οικονομική δραστηριότητα σε όλο τον Πειραιά. Ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει αυτόν το χώρο είναι οι κατακτήσεις που έχουν οι εργαζόμενοι με μπροστάρη τα ταξικά σωματεία του μετάλλου, των ηλεκτρολόγων πλοίων, των αμμοβολιστών και τα άλλα ταξικά σωματεία της Ζώνης που συσπειρώνουν δυνάμεις με το πανεργατικό αγωνιστικό μέτωπο (ΠΑΜΕ) κόντρα στον εργοδοτικό συνδικαλισμό με την ξεπουλημένη στο κεφάλαιο ηγεσία της ΓΣΕΕ. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο εργάτης της Ζώνης μετά τους αγώνες που έχει κάνει, έχει κατακτήσει από το 1984 έως το 1987 να υπογραφούν συλλογικές συμβάσεις που είναι εμπόδιο στην προσπάθεια της εργοδοσίας να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα για τα κέρδη της. Ακόμη έχουν κατακτήσει 7ωρο-5ήμερο-35ωρο σε δύο στάδια από το 1987, με 6 μήνες απεργία σε δουλιές πάνω στα καράβια και το 2008 με δύο μήνες απεργία, επέκτασή του και στα εργοστάσια και τα μηχανουργεία . Εργατικός έλεγχος δηλαδή συμμετοχή εκπροσώπων των σωματείων στις επιτροπές ελέγχου για την τήρηση των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους δουλιάς, οικονομική ενίσχυση για τους ανέργους από τον ΟΑΕΔ, εξασφάλιση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης με πολύ λιγότερα ένσημα απ’ότι προβλέπονται από τους αντιασφαλιστικούς νόμους Πετραλιά - Ρέππα - Σιούφα. Με 25 ένσημα σφραγίζονται τα βιβλιάρια ασθενείας και έχεις ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ στους άλλους κλάδους αυξάνονται κάθε χρόνο τα ένσημα και θα φτάσουν τα 100. Το ημερομίσθιο μετατράπηκε σε 7 ώρες από εκεί που δούλευαν ήλιο με ήλιο και είναι 58 ευρώ το κατώτερο για τον ανειδίκευτο εργάτη και 96 το ανώτερο για τον ειδικευμένο τεχνίτη. Μέσα και από το διεκδικητικό πλαίσιο του ΠΑΜΕ, που από τις συμβιβασμένες πλειοψηφίες θεωρείται ουτοπικό.
Μια πολύ βασική δυσκολία που συναντάται στο χώρο αυτό είναι η ανεργία που έχει φτάσει στο 80%. Χαρακτηριστικό είναι ότι αυτή τη στιγμή εργάζονται 1.000 εργάτες στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο κομμάτι που αποτελούσε είτε οργανωμένες δυνάμεις είτε καλές επιρροές, που αποτελούσαν δύναμη κρούσης και άνοιγαν δρόμους με τη δράση τους να έχουν αλλάξει χώρους δουλιάς ή να συνθλίβονται στη μέγγενη της ανεργίας.
Σχετικά με τη δουλιά μας στη νεολαία της Ζώνης, ένα από τα βασικά ζητήματα που δυσκόλεψαν την αφομοίωση αλλά και την περαιτέρω ιδεολογική συγκρότηση και θωράκιση των παλιότερων συντρόφων είναι όπως το βάζουν και οι θέσεις του Συνεδρίου. Η δουλιά “μεροδούλι μεροφάι”, η καθηκοντολογία, το πνεύμα καθοδήγησης που δίνουμε κατεύθυνση και βλέπουμε τα μέλη των ΟΒ ως εκτελεστές αποφάσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα όργανα που το προηγούμενο διάστημα ανέδειξαν στελέχη στο Κόμμα και την ΚΝΕ ήταν αυτά που είχαν κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής συζήτησης και λειτουργίας. Να κατακτήσει δηλαδή ο σύντροφος τη μελέτη της κοσμοθεωρίας μας και καθημερινά του “Ριζοσπάστη” και αυτό να γίνεται αντικείμενο της ΟΒ και με το χώρο που δρα και ζει καθημερινά ο κάθε σύντροφος. Η χαμηλή ιδεολογικοπολιτική συζήτηση με τα μέλη έφερε πολλά προβλήματα. Σύγχυση συνδικάτου και Κόμματος, αμφιβολία κάποιες φορές από τα μέλη αν το Κόμμα πρέπει να παρεμβαίνει στο συνδικάτο, για το αν η θέση του Κόμματος απαντάει ολοκληρωμένα στην ανεργία στη Ζώνη και στα προβλήματα του κλάδου. Σ’ αυτό ρόλο έπαιξε και η προπαγάνδα του αντιπάλου με κύρια δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ να παρεμβαίνουν στο σωματείο, με ευφυολογήματα όπως «εδώ που έχουμε ΚΚΕ και συνδικάτο είναι ψηλά τα μεροκάματα και δεν συμφέρει να έρθουν τα καράβια για επισκευή γι’ αυτό φεύγουν και πάνε στην Τουρκία που είναι χαμηλά τα μεροκάματα, δεν ζητάνε δικαιώματα πολλά πολλά οι εργάτες και συμφέρει τους εφοπλιστές και τους εργολάβους. Εκεί δεν υπάρχει νόμιμο Κομμουνιστικό Κόμμα ούτε και συνδικάτο όπως εδώ.» Αυτά σ’ ένα κομμάτι του κόσμου πιάνουνε και σε ένα κομμάτι των δικών μας δυνάμεων που συσπειρώθηκε με το Κόμμα και το συνδικάτο όταν είχε δουλειά στη Ζώνη. Ζητάει η άρχουσα τάξη και η ιδεολογία του ραγιαδισμού που προσπαθεί να μας επιβάλλει να σκύψουμε ακόμα πιο πολύ το κεφάλι να δουλεύουμε με ακόμα λιγότερα για να είμαστε ακόμα πιο φτηνή εργατική δύναμη για το κεφάλαιο. Κρύβουν από τους εργάτες ότι η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου δεν έχει τέλος γιατί από τους φτηνούς υπάρχουν και οι φτηνότεροι, είναι ένας δρόμος που έχει οδηγήσει αμέτρητους εργάτες στη Ζώνη στις επαγγελματικές ασθένειες, στις αναπηρίες, στο θάνατο. Για τον πρωτοπόρο εργάτη κομμουνιστή μέσα από την πείρα προβάλλει ο μαρξισμός-λενινισμός και η ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, η εξουσία της και το χρέος να εμπνεύσει, να καθοδηγήσει τους εργάτες ως προς το ότι ο πλούτος που παράγουν μπορεί να περάσει στα χέρια τους στα χέρια της κοινωνίας.
Το ακτοπλοϊκό δίκτυο για να συνδέει τη νησιωτική με την ηπειρωτική Ελλάδα είναι γνωστό ότι είναι εκτεταμένο και οι ανάγκες για σύγχρονα ασφαλή πλοία και θαλάσσιες μεταφορές είναι επιτακτικές και αναγκαίες, τουλάχιστον 100 ακτοπλοϊκά πλοία χρειάζονται για τη χώρα μας και διαθέτουμε αυτήν την περίοδο 60, πολλά από αυτά υπερήλικα άνω των 25 ετών , 300 πλοία πορθμεία “ανοιχτού τύπου”, πάνω από 600 πλοία φορτηγά και μεσογειακά φορτηγά, 60 ferry boat επιβατικά μεσογειακά και αρκετές εκατοντάδες ποντοπόρα φορτηγά, με αφετηρία τη χώρα μας.
Αυτός είναι ένας τεράστιος όγκος εργασιών στη ναυπηγική και επισκευαστική δραστηριότητα και οι εργάτες καλούνται να τον κατακτήσουν, να τον αφαιρέσουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία που τους τσακίζει με κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία.
Ανάμεσα στην εκμετάλλευση που βιώνουν στο χώρο εργασίας, και απ΄ την άλλη την τρομοκρατία στο χώρο μάθησης, αναγκάζονται να επιβιώνουν οι σπουδαστές των επαγγελματικών σχολών μαθητείας του ΟΑΕΔ. Στη Λάρισα, το μεγάλο “στοίχημα” που έβαλε η ΚΝΕ, είναι η δημιουργία αγώνων, μαζικών και οργανωμένων, από τους σπουδαστές. Τα εμπόδια, πολλά.
Από τη μία, όντας εργαζόμενοι, στην πλειοψηφία τους σε επαγγελματίες, οι οποίοι συχνά σχετίζονται και με καθηγητές, οι αντιδράσεις και οι απόψεις που υπάρχουν καλλιεργούνται συχνά σε μια συντεχνιακή-αταξική λογική, (δύσκολα διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας, μεροκάματο, ωράριο, νιώθουν “κομμάτι” της επιχείρησης και δεν βλέπουν την ανάγκη για απεργία), η οποία δεν βοηθά στο να νιώθουν ότι είναι και εργαζόμενοι και μαθητές.
Από την άλλη στο σχολείο, με ορισμένους “στρατευμένους” κιόλας καθηγητές, οι οποίοι απ’ το πρωί ως το βράδυ καλλιεργούν τον πιο χυδαίο συμβιβασμό, ότι δηλαδή “δεν πρέπει να ζητάτε πολλά, είστε μαθητευόμενοι, και τι περιμένατε” κλπ, απ’ την άλλη οι εργαζόμενοι καλούνται να δουλεύουν 10ωρα και 12ωρα σε κάποιες ειδικότητες, να είναι απλήρωτοι για βδομάδες ή και μήνες και μάλιστα μας λένε τα παιδιά πως ολόκληρο τμήμα έχει να δει μεροκάματο απ’ τα Χριστούγεννα ακόμα.
Φυσικά υπάρχουν και οι καλοθελητές (ΠΑΣΟΚ) οι οποίοι αν βρουν μπροστά τους και κανένα μαθητή με αγωνιστική διάθεση, δεν διστάζουν να επιστρατεύσουν τον αντικομμουνισμό τους, για να πετύχουν τη σιωπηλή ανοχή (πχ στην ΕΠΑΣ μαθητείας στη Λάρισα δημιουργήθηκε περιστατικό με καθηγητή να παρουσιάζει στην τάξη άρθρα του “Οδηγητή” που κατήγγειλαν τους όρους που εργάζονται οι μαθητές -ο καθηγητής έκανε προσωπική επίθεση σε συγκεκριμένους μαθητές την ώρα του μαθήματος, θέλοντας να τους προκαλέσει ενοχές που τόλμησαν να θίξουν τον τέλειο θεσμό της μαθητείας!)
Όλη αυτή η κατάσταση έχει προκαλέσει τεράστια σύγχυση και μάλιστα παράδειγμα αποτελούν οι εκλογές του συλλόγου όπου εκλέγουν 7μελές συμβούλιο, οι οποίες έχουν εντελώς εκφυλισμένο χαρακτήρα, με περιπτώσεις νοθείας, απαξιωμένες ως προς το τι σημαίνει ότι ψηφίζουμε και γιατί κ.α.
Το βασικό και σίγουρο συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα δράση μας, είναι ότι οι σχολές του ΟΑΕΔ πρέπει να αποτελούν καθημερινό μέτωπο πάλης των σωματείων και του ταξικού εργατικού κινήματος γενικότερα. Εντελώς διαφορετικό κλίμα προκάλεσε η ομιλία απ’ το Εργατικό Κέντρο Λάρισας (ΕΚΛ), όπου πρωτοστατούν οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, με τους μαθητές να φέρνουν πείρα από τη δουλιά και το σχολείο και ένιωσαν την ανάγκη και μας είπαν «να έρχεστε, να μας ενημερώνετε, ναι πρέπει τελικά να απεργούμε, ναι χρειάζονται τα σωματεία αλλά εμείς δεν τα ξέρουμε καλά» κλπ. Μετρήσαμε βήματα, όταν μετά από περιοδεία πχ του συνδικάτου οικοδόμων σε μάθημα των υδραυλικών, ήρθαν παιδιά να γραφτούν, να γίνουν μέλη του συνδικάτου και πλέον έχουν και έναν εκπρόσωπό εκλεγμένο στο γενικό συμβούλιο. Άλλωστε, δεν είναι λίγοι αυτοί που συμμετείχαν στις συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ στις τελευταίες απεργίες, κάτι που δείχνει ακόμη περισσότερο τη βαρύτητα που έχει γι’ αυτά τα παιδιά, το ΕΚΛ και οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ και ότι αποτελούν αποκούμπι για αυτούς.
Χρειάζεται συγκεκριμένο καθημερινό σχέδιο, με δράση των ταξικών σωματείων ώστε να αποκτήσουν δεσμούς με το εργατικό κίνημα οι μαθητές και με αφορμή τις εκλογές του συλλόγου τους, όπου χρειάζεται να παίξουν ξεχωριστό ρόλο τα σωματεία, αναδεικνύοντας το τι σύλλογο χρειάζονται και τι εκλεγμένους, με το να δυναμώνει την παρέμβασή της η ΚΝΕ, πολύμορφα, να βοηθάει η ΟΒ, να διαπαιδαγωγούμε τα μέλη μας να γίνονται ικανοί διαφωτιστές και προπαγανδιστές της πολιτικής μας.
Οι δυνάμεις της ΚΝΕ, αποτελούν βαρόμετρο για το τι πορεία θα διαλέξουν αυτοί οι νέοι εργαζόμενοι-μαθητές, που ελάχιστα απέχουν απ’ την πλήρη ένταξή τους σε μεγάλους κλάδους (οικοδόμοι, εμπόριο, ηλεκτρολόγοι κλπ).
Είναι χρέος μας, η καθημερινή παρέμβασή μας για τον προσανατολισμό σε ταξική κατεύθυνση, όλων των ζητημάτων, ώστε να βοηθάμε να ξεπερνιούνται συγχύσεις, να αντιλαμβάνονται ποιον έχουν απέναντί τους και γιατί χρειάζονται οργανωμένα να αντισταθούν. Λόγω του ότι αποτελούν πιλοτικό θεσμό για πολλά καινούρια μέτρα, χρειάζεται επαγρύπνηση και ετοιμότητα για να αντιμετωπίζονται άμεσα, θέματα τα οποία τείνουν να χάνονται στην πορεία του χρόνου. Το 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ πρέπει να γίνει φάρος ενίσχυσης ποιοτικής, της δουλιάς μας στη μαθητεία, στην ένταση της πάλης μας στους χώρους αυτούς, με τα πολιτικά και επαναστατικά χαρακτηριστικά μας, στη μάχη για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος.
μέλος ΝΓ Λάρισας της ΚΝΕ
Παρά τα θετικά βήματα που έχουν γίνει από το 9ο Συνέδριο της ΚΝΕ, εξακολουθούν να υπάρχουν άγνοια και συγχύσεις όσον αφορά τη γυναικεία ανισοτιμία. Δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρο πως η γυναικεία ανισοτιμία έχει βαθιά τις ρίζες της στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής, όπως άλλωστε κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζει η νεολαία. Κι αυτό γιατί το γυναικείο ζήτημα ως ιστορικό κοινωνικό φαινόμενο αποτελεί ένα σύμπλεγμα οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών ανισοτιμιών και διακρίσεων που εκδηλώνονται σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής και προσωπικής ζωής της γυναίκας.
Μπορεί η νέα κοπέλα σήμερα να απολαμβάνει δικαιώματα που πριν πολλά χρόνια να έμοιαζαν απρόσιτα. Πρόκειται όμως για δικαιώματα πολύ λιγότερα απ’ αυτά που της ανήκουν, ενώ απέχουν πολύ απ’ την πραγματική ισοτιμία. Επειδή η γυναικεία ανισοτιμία στις μέρες μας αλλάζει μορφές δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει, αντίθετα βαθαίνει.
Η νέα εργαζόμενη ως μέλος της εργατικής τάξης δέχεται ολομέτωπη επίθεση στα δικαιώματά της, ενώ πολλές φορές αξιοποιείται για να χτυπηθούν δικαιώματα συνολικά της εργατικής τάξης. Ειδικά σήμερα και με πρόσχημα την οικονομική καπιταλιστική κρίση, η επίθεση αυτή εντείνεται. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως τα ποσοστά ανεργίας στις νέες γυναίκες είναι ιδιαίτερα αυξημένα. Δεν είναι τυχαίο πως η νέα εργαζόμενη μαθαίνει να δέχεται σαν “αναγκαίο κακό” τη μερική – ευέλικτη απασχόληση στη λογική του “συγκερασμού επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων”. Παράλληλα, η εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση διάφορων υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας προσθέτουν ακόμα περισσότερα βάρη στις πλάτες των νέων γυναικών. Η φροντίδα των παιδιών καθώς και των ηλικιωμένων θεωρούνται ατομική ευθύνη του ζευγαριού και ιδιαίτερα των γυναικών. Ενώ η μητρότητα διώκεται, αφού θεωρείται ασύμφορη για τα κέρδη του κεφαλαίου.
Όπως φαίνεται κι απ’ τα παραπάνω η αστική τάξη και τα επιτελεία της έχουν μεθοδευμένο σχέδιο με στόχο τη χειραγώγηση της νέας εργαζόμενης αλλά και την ένταση της γυναικείας ανισοτιμίας, η οποία εκφράζεται όταν η νέα κοπέλα ενταχθεί στην παραγωγή και ειδικά όταν αποφασίσει να κάνει τη δική της οικογένεια.
Η επίθεση του κεφαλαίου που εντείνεται και με πρόσχημα την οικονομική καπιταλιστική κρίση δεν οδηγεί στη ριζοσπαστικοποίηση των γυναικών, πολλές φορές τις οδηγούν στο να κάνουν συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Άλλωστε όπως επισημαίνεται και στις θέσεις του ΚΣ της ΚΝΕ για το 10ο Συνέδριο παρατηρείται διαρροή στην Οργάνωση και όταν οι νέοι αποφασίζουν να κάνουν τη δική τους οικογένεια. Η μη αφομοίωση και κατανόηση σε βάθος της ταξικής φύσης του γυναικείου ζητήματος αποτελεί βαρίδι για την Οργάνωση ώστε να καταπολεμήσει αυτό το φαινόμενο. Η ιδεολογικοπολιτική στήριξη, η κατανόηση πως το γυναικείο ζήτημα υπήρχε σε κάθε εκμεταλλευτική κοινωνία και πως η λύση του προϋποθέτει την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο είναι απαραίτητοι όροι για να ξεπεραστεί αυτό το φαινόμενο. Ωστόσο χρειάζεται η Οργάνωση να παίρνει και πρακτικά μέτρα στήριξης προς τις συντρόφισσες που βρίσκονται σε αυτή τη φάση της ζωής τους, μέτρα που έχουν διαπαιδαγωγητικό χαρακτήρα για το σύνολο της Οργάνωσης, αλλά και να τις προετοιμάζει με την ενίσχυση της κομμουνιστικής στάσης ζωής ώστε να είναι έτοιμες να κάνουν και θυσίες όταν αυτές χρειάζονται. Χρειάζεται η ΟΒ να λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν το πρόγραμμα της νέας μητέρας και να προσαρμόζει τη λειτουργία της σ’ αυτό, όσο βέβαια είναι εφικτό. Η δημιουργία οικογένειας και η απόκτηση παιδιού να μη γίνεται εμπόδιο στη συμμετοχή στη δράση. Ακόμη η Οργάνωση μπορεί να βοηθά στη φύλαξη των παιδιών ώστε να απελευθερώνεται κάποιος χρόνος στην νέα μητέρα.
Η ανάγκη η ΚΝΕ να εξειδικεύσει ακόμα περισσότερο τη δουλιά στις νέες γυναίκες μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο, ζήτημα που έχει να κάνει και με την αποκάλυψη της στρατηγικής του κεφαλαίου. Η ανάδειξη των ιδιαίτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η νέα γυναίκα πηγαίνει χέρι-χέρι με την ανάδειξη της ταξικής τους ρίζας. Χρειάζεται αμείωτη αντιπαράθεση με ιδεολογήματα που θέλουν τη νέα να βλέπει τα προβλήματα σαν προβλήματα λόγω του φύλου κι όχι ως εργαζόμενη, ως κομμάτι της εργατικής τάξης. Το κεφάλαιο μεθοδευμένα προσπαθεί να αποπροσανατολίσει από την πηγή του προβλήματος, την ταξικότητα της ανισοτιμίας. Όσο λοιπόν η δική μας παρέμβαση δεν δυναμώνει ο αντίπαλος παίζει μπάλα ανενόχλητος.
Η ένταση της ιδεολογικοπολιτικής δουλιάς είναι όρος για να σταθεροποιείται η πολιτική συνείδηση των γυναικών, για τη συμμετοχή τους στο κίνημα, για να γίνει συνείδηση πως η πάλη για τη γυναικεία ισοτιμία και χειραφέτηση περνά μέσα από την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.
Συμφωνώ με τις θέσεις του ΚΣ για το 10ο Συνέδριο της Οργάνωσής μας και πιστεύω πως μετά το Συνέδριο, η Οργάνωσή μας θα βγει ακόμα πιο δυνατή με τις αποφάσεις του Συνεδρίου να αποτελούν όπλο στα χέρια του κάθε μέλους και φίλου της ΚΝΕ. Θα ήθελα να σταθώ στη θέση 22 (σελ 40) και μέσω του άρθρου μου να βοηθήσω στην ενίσχυση της οικονομικής δουλιάς της Οργάνωσής μας.
Όπως σωστά αναφέρεται στις Θέσεις, η Οργάνωση πλέον δίνει τη μάχη της οικονομικής εξόρμησης με επιτυχία. Η επίθεση όμως, που δέχεται το Κόμμα για τα οικονομικά του από τα ΜΜΕ και τα αστικά κόμματα (με μπροστάρη το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ) κάνει ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης της οικονομικής δουλιάς της ΚΝΕ στο πλευρό του Κόμματός μας. Η επίθεση αυτή έχει ως στόχο να αμαυρώσει το κύρος του Κόμματος και να το εξισώσει με τα κόμματα της πλουτοκρατίας, να μειώσει την αυξανόμενη από το 2007 και μετά επιρροή του στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Επιπλέον, η επίθεση αυτή θα αυξάνεται και θα δυναμώνει όσο το Κόμμα θα κερδίζει ακόμα περισσότερες συνειδήσεις με το μέρος του. Η αύξηση της επιρροής του Κόμματος και η ένταση της επίθεσης από την πλευρά της αστικής τάξης δημιουργούν την ανάγκη ενίσχυσης της οικονομικής δουλιάς της Οργάνωσης. Μπροστά λοιπόν και στο 10ο Συνέδριο θα πρέπει να μελετήσουμε το ζήτημα της οικονομικής δουλιάς.
Για την άνοδο της οικονομικής μας δουλιάς πιστεύω πως θα πρέπει να σταθούμε στα παρακάτω σημεία:
Η οικονομική δουλιά δεν αποτελεί δουλιά ξεκομμένη από τις υπόλοιπες δουλιές της Οργάνωσης. Σχετίζεται με του δεσμούς που έχουμε με την εργατική τάξη και την νεολαία, με το κατά πόσο αντιλαμβάνονται το ρόλο της ΚΝΕ και του Κόμματος, και βοηθούν στην ενίσχυση των δεσμών αυτών. Γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την οικονομική δουλιά μονόπλευρα (δηλαδή με την αντίληψη ότι απλά ενισχύεται η Οργάνωση οικονομικά για να καλύψει αναγκαία έξοδα), αλλά να καταλάβουμε ότι είναι ταυτόχρονα και πολιτική δουλιά (ενίσχυσης των δεσμών μας με την εργατική τάξη), γροθιά στον αντικομμουνισμό και στην αντί-ΚΚΕ προπαγάνδα. Συνεπώς, θα είναι λάθος εάν η οικονομική δουλιά αντιμετωπίζεται αποσπασμένη και ξέχωρα από την υπόλοιπη δράση μας. Συνδέεται άμεσα με το πόσο ισχυρούς δεσμούς έχουμε με τη νεολαία. Θαρρετά λοιπόν, και χωρίς κανέναν δισταγμό θα πρέπει να απευθυνόμαστε στη νεολαία, την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.
Μέσα από την οικονομική δουλιά ατσαλώνονται τα μέλη της ΚΝΕ. Κατανοούν το ρόλο του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, καταλαβαίνουν σε τι διαφέρει το ΚΚΕ από τα αστικά κόμματα που στηρίζονται οικονομικά στις επιχειρήσεις και τους κεφαλαιοκράτες. Η διαπαιδαγώγηση των μελών μας στην υλική στήριξη της Οργάνωσης έχει τεράστια σημασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καταβολή του κόκκινου μεροκάματου.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η οικονομική δουλιά δεν πραγματοποιείται δύο μήνες το χρόνο στα πλαίσια της οικονομικής εξόρμησης, αλλά συνεχώς. Θα πρέπει η οικονομική δουλιά να αποκτήσει σταθερότητα και να μην κάνει κοιλιά μετά από περιόδους οικονομικής εξόρμησης (όπου και κορυφώνεται). Η σταθερότητα στην οικονομική δουλιά (όπου υπάρχει) αποτελεί μεγάλη κατάκτηση για την Οργάνωσή μας. Αυτό συνεπάγεται κυρίως με την τήρηση της καταστατικής υποχρέωσης της καταβολής της συνδρομής των μελών της ΚΝΕ, αλλά και με την απεύθυνσή μας στη νεολαία να στηρίξει τις δραστηριότητες και τον αγώνα μας. Μάλιστα βρισκόμαστε σε περίοδο όπου η Οργάνωση έχει ακόμα μεγαλύτερη υποχρέωση να διευρύνει και να αυξήσει τις πολύμορφες δραστηριότητές της (Φεστιβάλ-εκδηλώσεις, Συναντήσεις Κομμουνιστικών-Εργατικών Νεολαιών, Διεθνιστική Αλληλεγγύη).
Όπως σωστά αναφέρεται και στις Θέσεις θα πρέπει το νέο ΚΣ να ενημερώνει σταθερά τα όργανα για την οικονομική κατάσταση της Οργάνωσης. Αυτό θα βοηθήσει κατά πολύ την ενίσχυση της οικονομικής δουλιάς.
Όλα αυτά τα χρόνια το Κόμμα μας και η ΚΝΕ στηρίζονται οικονομικά από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Ας πέσει λοιπόν στο κενό η επίθεση του αστικού κράτους ενάντια στους κομμουνιστές. Τρέμουν μπροστά στην ισχυροποίηση του ΚΚΕ γι’ αυτό και του επιτίθενται βρώμικα. Θέλουν ακόμα και να του στερήσουν την κρατική χρηματοδότηση. Ότι και να κάνουν όμως, θα έχουν ως απάντηση την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ από τα λαϊκά στρώματα.
Η δράση μας στις εστίες, στα χαμηλότερα στρώματα της σπουδάζουσας νεολαίας
Χαιρετίζω το 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ! Η ΚΝΕ πιο μαχητική και ισχυροποιημένη βρίσκεται στην προσυνεδριακή διαδικασία. Σ’ αυτό το σημείο επέλεξα να θίξω το ζήτημα της παρέμβασής μας στους εστιακούς φοιτητές, εκεί όπου βρίσκονται φοιτητές που προέρχονται από τις πιο φτωχές λαϊκές οικογένειες, εργαζόμενοι φοιτητές. Η παρέμβαση της ΚΝΕ σε αρκετές φοιτητικές εστίες είναι δυνατή. Κι αυτό έχει μεγάλη αξία αφού οι σύλλογοι των εστιών μπορούν να καταφέρουν να κινητοποιούν ακόμη τους υπόλοιπους φοιτητές και σπουδαστές των ΑΕΙ και ΤΕΙ.
Όντας οικότροφος της Φοιτητικής Εστίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ζούνε πάνω από 1.000 φοιτητές από πολλές σχολές της Αθήνας, τα πράγματα είναι δύσκολα. Αν και έχουμε σχετικά καινούργια κτήρια, υπάρχουν τεράστιες ελλείψεις, παραχωρούνται χώροι και λειτουργίες της εστίας σε ιδιώτες, εργολαβίες, περιορίζεται το άσυλο, υποβαθμίζονται οι παρεχόμενες υπηρεσίες ενώ οξύνονται οι ταξικοί φραγμοί. Αυτή η κατάσταση επιδεινώνει τα ήδη οξυμένα προβλήματα, την έλλειψη κλινών αλλά και στρώνει έδαφος προς την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία. Αναδεικνύεται πιο γλαφυρά στις εστίες η πολιτική ΕΕ-ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στην εκπαίδευση και το δικαίωμα στη μόρφωση.
Η δράση μας εδώ είναι αναιμική έως ελάχιστη. Πέρα από τις πρακτικές δυσκολίες που πρέπει να αφήνουμε στην άκρη, για παράδειγμα ότι αλλού είναι το κτήριο της σχολής (εκεί όπου η κάθε ΟΒ είναι χρεωμένη) και αλλού οι εστίες ή ποιες ΟΒ θα χρεωθούν τις εστίες, η Οργάνωσή μας έχει υποχρέωση να αναπτύξει και να ισχυροποιήσει τους δεσμούς της με τους εστιακούς φοιτητές. Οι σύλλογοι των οικότροφων πρέπει να πάρουν αγωνιστικά χαρακτηριστικά προσανατολισμένα στην ταξική αντεπίθεση. Γι’ αυτόν το λόγο οι εστιακοί σύντροφοι είναι αυτοί που πρέπει να πρωτοστατήσουν στην οργάνωση της μάχης και της διεκδίκησης του αυτονόητου. Να παλέψουν να φτάσει η φωνή του ΚΚΕ και της ΚΝΕ σε όλους τους εστιακούς, τα παιδιά της σημερινής και επόμενης εργατικής τάξης. Είναι αναγκαίο λοιπόν κάθε μέλος της ΚΝΕ που μένει σε φοιτητική εστία να αναδεικνύει αυτό και μέσα στα όργανά του. Να φέρνει και να ξαναφέρνει το ζήτημα της δράσης μας στην Οργάνωση, μεταφέροντας την εμπειρία του από την παρέμβασή μας στο χώρο των εστιών, για να υπάρξει μία ενιαία δράση, να αποτρέψουμε και να διεκδικήσουμε συνολικά, να παίρνουμε και να δίνουμε πείρα και παράδειγμα σε άλλες εστίες.
Αλλιώς οι σύλλογοι των εστιών είτε μένουν ανενεργοί είτε τους έχουν πλειοψηφικά παρατάξεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τους αφήνουν ανενεργούς. Και εδώ, μιλάμε καθαρά για τις δυνάμεις της ΔΑΠ και ΠΑΣΠ που θέλουν τον οποιοδήποτε σύλλογο ανενεργό, αφού συμφωνούν απόλυτα με όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που παίρνονται και δεν θα ήθελαν ποτέ τους φοιτητές απέναντί τους. Έπειτα όμως υπάρχουν και δυνάμεις που βάζουν τους οικότροφους σε ψευτοαγωνιστικά-ψευτοεναλλακτικά πρότυπα μιλώντας για “εστιακό κίνημα”, και εδώ αναφερόμαστε στις δυνάμεις των ΕΑΑΚ, του δήθεν “ανεξάρτητου” χώρου που συντελούν στον αποπροσανατολισμό από τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι μια “ανεξάρτητη” παράταξη στη ΦΕΠΑ (που σημειωτέον έχει και αυτοδυναμία). Ακολουθώντας πιστά τα ΕΑΑΚ, βάζει τους εστιακούς φοιτητές στις γραμμές της με δήθεν επαναστατικά επιχειρήματα: «…είμαστε αριστεροί, παλεύουμε για δωρεάν παιδεία, αλλά στην απεργία θα πάμε μόνο εάν την έχει προκηρύξει η ΓΣΕΕ -που είναι και λίγο κακιά όμως!– η προσυγκέντρωση θα είναι στην εστία και μετά μαζί με τα υπόλοιπα αριστερίστικα σχήματα, τις γκρούπες, το ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ». Ένα άλλο που ακούσαμε από δαύτους ήταν πριν δυο χρόνια, που είπαν σε μέλος της ΚΝΕ, να μην τολμά να μιλά για το ΚΚΕ γιατί «άλλο το ΚΚΕ και άλλο η ΚΝΕ (!)». Απλώνουν δίχτυα, παραμυθιάζουν τους φοιτητές και σπιλώνουν το Κόμμα με χυδαίο και τρομερό αντικομμουνισμό. Δεν έχουν, δεν θέλουν και ούτε μπορούν να δώσουν μια συνολική απάντηση στα προβλήματα που βιώνουν τα παιδιά της εργατικής τάξης.
Εμείς ξεκαθαρίζουμε ότι θέση και αίτημά μας είναι η αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν λειτουργία των εστιών, η παραχώρηση όλων των κοινόχρηστων χώρων των εστιών για τις ανάγκες των φοιτητών, η χρηματοδότηση δραστηριοτήτων και υποδομών που να υλοποιούν αυτές τις ανάγκες, μακριά και έξω από την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία, εταιρείες, εργολαβίες, ιδιώτες, ανταποδοτικά κριτήρια.
Σ’ όλους αυτούς που επηρεάζονται, η ΚΝΕ πρέπει να τους δείξει την πραγματική αλήθεια: ότι ένας είναι ο εχθρός, η αστική τάξη και η πλουτοκρατία. Και πως ένας και μοναδικός είναι ο δρόμος: αυτός της αντεπίθεσης και της ανατροπής. Της ανάγκης για συνολική ρήξη των φοιτητών-σπουδαστών από κοινού με το εργατικό-λαϊκό κίνημα με την πολιτική ιδιωτικοποίησης-υποβάθμισης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, ο δρόμος του σοσιαλισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, η δωρεάν σίτιση και στέγαση όλων των φοιτητών ήταν δεδομένη! Γι’ αυτά τα ιδανικά παλεύουμε και καλούμε όλους τους νέους και νέες να παλέψουν μαζί μας. Να συγκροτήσουμε επιτροπές αγώνα σε όλες τις εστίες και με το ΜΑΣ να διεκδικήσουμε τη ζωή που μας ανήκει.
Το ΚΚΕ, η ΚΝΕ και τα μέλη της δεν κάνουν πίσω, δεν φοβούνται! Με όπλο την πολιτική του ΚΚΕ, την προσφορά και την ιστορία του πρέπει να συνεχίσουν για μαζική, μαχητική και πρωτοπόρα δράση!
Στις μέρες μας, μέρες όξυνσης της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες ισχυροποίησης του λαϊκού κινήματος με σωστές βάσεις και ξεκάθαρο προσανατολισμό, τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Φάνηκε εξάλλου και από το χαρακτήρα που πήραν οι τελευταίες απεργιακές κινητοποιήσεις. Οι δρόμοι είναι δύο, ή με το κεφάλαιο ή με το λαό. Μεγάλος αριθμός αγανακτισμένου κόσμου πήρε την απόφαση της πάλης μέσα απ’ τις γραμμές των ταξικών δυνάμεων δίνοντας απάντηση. Την απάντηση απέναντι σε όλους όσοι θέλουν να πληρώσουμε εμείς την κρίση τους. Αποτέλεσμα της ριζοσπαστικοποίησης αυτής όμως ήταν ο χυδαίος αντικομμουνισμός, ιδιαίτερα στους χώρους παρέμβασής μας, με σκοπό να σπιλωθεί η πάνω από 90 χρόνια ξεκάθαρη πορεία μας στο ελληνικό λαϊκό κίνημα. Γιατί παραλύουν μόνο και μόνο στην ιδέα ότι ήρθε η ώρα ο λαός να συνειδητοποιήσει τη δύναμη του και να πάρει την εξουσία.
Ιδιαίτερα σφοδρή επίθεση δεχτήκαμε στο Λύκειο Αγίου Στεφάνου και Άνοιξης όπου οι διευθυντές πήραν εξ’ αρχής θέση πολέμου κατά των μαθητών όταν αυτοί προσπάθησαν να προπαγανδίσουν τις απεργίες. Ενώ ο αντικομμουνισμός βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη της διδακτέας ύλης αφού και οι έμμεσοι τρόποι προώθησης του ποικίλουν. Αλλάζουν την ιστορία, παραβλέπουν ολόκληρα κομμάτια της, φωτεινά παραδείγματα της πάλης για την κατάργηση εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο ενώ άλλα τα ξαναγράφουν απ’ την αρχή. Αλλοιώνουν ποιήματα με ξεκάθαρο πολιτικό περιεχόμενο και εκφυλίζουν το νόημά τους. (Η “Ρωμιοσύνη” γράφτηκε για την ξηρασία είπε φιλόλογος θέλοντας να ερμηνεύσει τη φράση “δεν υπάρχει νερό μονάχα φως” ενώ όταν από μαθήτρια αναφέρθηκε ότι ο Γ. Ρίτσος ήταν κομμουνιστής ο ίδιος καθηγητής βιάστηκε να απαντήσει ότι αν τον αντιμετωπίζαμε έτσι θα ‘μασταν μονοδιάστατοι και θα τον αδικούσαμε και πως αυτό δεν είναι κριτήριο ερμηνείας των ποιημάτων του). Σε μια προσπάθεια να δοθεί απάντηση σε όλα αυτά έγινε μια προσπάθεια να φτιαχτεί οικιοθελώς μια εργασία-αφιέρωμα στο Γ. Ρίτσο, οι μαθητές εκτίμησαν αυτήν την προσπάθεια και έβγαλαν αξιόλογα συμπεράσματα δεν ήταν όμως ανάλογη και η αντιμετώπιση του καθηγητή που την περιφρόνησε επιδεικτικά. Ωθούν τους μαθητές στο φόβο της αδιεξόδου στην ανάγκη για συμβιβασμό, στη λογική του εύκολου κέρδους, του ατομικισμού, της ανταγωνιστικότητας.
Για όλα αυτά υπάρχουν όμως απαντήσεις και θα πρέπει να δίνονται καθημερινά κόντρα στα μεγαλεπήβολα σχέδια τους που θέλουν τους μελλοντικούς εργάτες κοιμισμένα πρόβατα έτοιμα για το σφαγείο. Όλες αυτές οι απαντήσεις θα πρέπει να γίνουν κτήμα του καθενός μας μέσα από την ιδεολογική θωράκιση, μέσα απ’ την καθημερινή τριβή με τα κομματικά έντυπα, το κομματικό βιβλίο. Έτσι θα ‘μαστε όσο το δυνατόν περισσότερο ατσαλωμένοι κόντρα στον πόλεμο συνειδήσεων που αυτοί μας άνοιξαν, θα πρέπει όχι μόνο να μπορούμε να μην πέφτουμε στις παγίδες που μας στήνουν με τα ιδεολογήματα τους αλλά να είμαστε και σε θέση να τα αντικρούσουμε και να τα ξεσκεπάσουμε στα μάτια των συμμαθητών μας. Τα καλύτερα αποτελέσματα έρχονται με το προσωπικό διάβασμα και είναι χρέος μας αυτό να ενισχυθεί.
Ένα ακόμα ζήτημα στο οποίο θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία είναι τα μαθητικά συμβούλια, στα οποία η παρέμβαση μας είναι αναντίστοιχη των δυνατοτήτων μας. Πρέπει να ενεργοποιήσουμε το ρόλο των συμβουλίων ως όργανα της μαθητικής κοινότητας που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της που σίγουρα δεν είναι το κλαμπ ή η πολυήμερη εκδρομή, αλλά η αλλαγή του σημερινού σχολείου σε σχολείο των σύγχρονων λαϊκών αναγκών. Mε την ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος στο πλάι των γονιών μας να παλέψουμε για την επίλυση προβλημάτων όπως φτώχεια, ανεργία, ανασφάλεια, αβέβαιο μέλλον. Προβλήματα που μόνο με λαϊκούς αγώνες επιλύονται, με την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Σε συζητήσεις που κάναμε το τελευταίο διάστημα είδαμε τεράστια διαφορά στις συνειδήσεις των μαθητών ανάλογα με την ταξική τους καταγωγή. Αχρηστεύουμε ιδεολογήματα που θέλουν το μαθητή άβουλο, μη πολιτικοποιημένο ον γιατί οι νεολαίοι έχουν ταξική προέλευση άρα συμφέρον τους είναι ο Σοσιαλισμός.
Θα πρέπει το άνοιγμά μας να γίνει πιο δυναμικό, να απευθυνθούμε σε ένα ακόμα μεγαλύτερο κομμάτι κόσμου. Στην κατεύθυνση αυτή υπάρχουν πολλά περιθώρια ενίσχυσης του πολιτιστικού χαρακτήρα της Οργάνωσης ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο. Πρέπει να κάνουμε εκδηλώσεις απαντώντας στον ανελέητο αντικομμουνισμό, κάνοντας πλατύ άνοιγμα με πρωτοβουλίες για προβολή ταινιών, συναυλίες, αφιερώματα.
Τέλος, ο μόνος τρόπος για να μας νικήσουν είναι να μας διασπάσουν και αυτό το ξέρουν καλά. Σκοπός τους είναι να αδρανοποιήσουν τις αντιστάσεις μας. Δεν πρέπει να τους κάνουμε τη χάρη. Οδηγούν τα παιδιά των φτωχών λαϊκών στρωμάτων σε ανώφελες και ανέξοδες γι’ αυτούς λύσεις. Τα απογοητεύουν και μετά τα εγκλωβίζουν στη λογική της ναρκωκουλτούρας. Δεν είμαστε φερέφωνα, πειθήνια όργανα τους όπως πολύ θα ήθελαν να είμαστε. Ό,τι μας κοιμίζει δεν χωράει στα σχέδια μας, γιατί είναι καιρός να ξυπνήσει η εργαζόμενη νεολαία, να ανοίξει τα μάτια απέναντι στα προβλήματα της και να τα αντιμετωπίσει αγωνιστικά, επαναστατικά, να καταλάβει την ταξική τους προέλευση και να τα πολεμήσει.
Στα βασικότερα ζητήματα στο δρόμο για το 10ο μας Συνέδριο είναι και αυτό της ιδεολογικής ανόδου στις γραμμές της Οργάνωσης. Το ζήτημα αυτό συνδέεται διαλεκτικά και με το πρόβλημα που συχνά παρατηρείται με την πρακτικίστικη λειτουργία των ΟΒ. Όσο καλύτερα αφομοιώνουμε τις αποφάσεις της Οργάνωσης τόσο καλύτερα μπορούμε να τις εξειδικεύσουμε στο χώρο μας.
Πολλές φορές έχει παρατηρηθεί να μας “τρώει” η επικαιρότητα και τα αυξημένα καθήκοντα που μας τίθενται, κάτι που θέλοντας και μη, μας οδηγεί στο να αμελούμε τη μελέτη της ιστορίας και της επαναστατικής μας θεωρίας. Αυτό έχει σοβαρό αντίκτυπο ειδικά στους νέους στην οργανωμένη πάλη που το θεωρητικό τους επίπεδο δεν είναι υψηλό και αυτό είναι που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί και σε αποστράτευση μελών. Η εμπειρία έχει δείξει πως όταν η Οργάνωση αφιερώνει χρόνο στα ιδεολογικά ζητήματα και ενθαρρύνει την ιδεολογική συζήτηση στις ΟΒ, αυτό επιδρά θετικά δίνοντας περεταίρω ερέθισμα για αυτομόρφωση στους συντρόφους.
Λυμένο δεν έχει κανένας τίποτα, όσο περισσότερο θα εμβαθύνουμε στη μαρξιστική-λενινιστική μας θεωρία και την ιστορία της, τόσο περισσότερα θα είναι και τα συνεχώς νέα ερωτήματα που θα μας προκύπτουν και όσα περισσότερα ερωτήματα θα προκύπτουν τόσο περισσότερο θα εμβαθύνουμε στη μελέτη. Αυτό μας δείχνει πως η διάθεση για μόρφωση είναι διαλεκτικά δεμένη με το κατά πόσο αφιερώνουμε χρόνο στη μελέτη (σχέση ποσότητας-ποιότητας). Φυσικά, παράλληλα με την ατομική ιδεολογική άνοδο, ανεβαίνει συνολικά και το επίπεδο της Οργάνωσης.
Στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της θεωρητικής στάθμης των μελών-στελεχών και των οργάνων είναι απαραίτητη η σταθερή παρέμβαση των ιδεολογικών υπεύθυνων που ελέγχουν και οργανώνουν την ιδεολογική δουλιά. Έχει παρατηρηθεί η λειτουργία αυτή να ατονεί μέσα στο φόρτο της δουλιάς που συγκεντρώνεται. Χρειάζεται όμως να σπάσει η λαθεμένη αντίληψη πως τα ζητήματα θεωρίας έρχονται δεύτερα, πως “μπορούν να περιμένουν”. Δράση χωρίς θεωρία δεν γίνεται, συνεπώς όσο αμελούμε το ιδεολογικό μας ατσάλωμα τόσο πιο δύσκολη θα είναι η δουλιά μας με τη νεολαία.
Σήμερα που ο αντικομμουνισμός αποτελεί επίσημη ιδεολογία σε όλο τον κόσμο και πολύ περισσότερο σε ΕΕ και Ελλάδα, οι συνθήκες στις οποίες καλούμαστε να δράσουμε είναι ιδιαίτερα αντίξοες. Στη νεολαία σήμερα έχουν καλλιεργηθεί και είναι κυρίαρχα τα μικροαστικά ιδεολογήματα του τύπου “απέχω από την πολιτική γιατί δεν με εμπνέει και έτσι την απαξιώνω”, “για όλα τα δεινά φταίνε οι διεφθαρμένοι πολιτικοί (άρα φταίει η διαχείριση του καπιταλισμού και όχι ο ίδιος ο καπιταλισμός)”, “αφού δεν θα αλλάξει τίποτα οπότε γιατί να αγωνιστώ;” και άλλα παρόμοια. Πρέπει να είμαστε σε θέση να αντικρούουμε τα ιδεολογήματα αυτά. Να υπερασπιζόμαστε το Κόμμα στην επίθεση που δέχεται, όχι με φτηνές ατάκες, να ξέρουμε τι λέμε και να μπορούμε να το αναλύσουμε, να μην παρουσιάζουμε προσωπικές μας απόψεις ως θέσεις του Κόμματος και της ΚΝΕ, ώστε να μην εκθέτουμε το Κόμμα και την Οργάνωση στα μάτια της νεολαίας.
Ακόμα και σε παιδιά με αγωνιστική διάθεση περνιούνται ξεβρασμένες από την ιστορία λογικές για “ακηδεμόνευτα κινήματα νεολαίας”, καλλιεργείται ο μικροαστικός ατομισμός, η ναρκωκουλτούρα. Σε αυτό φταίει και η αδυναμία μας να παρέμβουμε στα παιδιά αυτά. Να μην αφήνουμε κανένα μέρος όπου υπάρχει και δρα η εργατική νεολαία.
Ουσιαστικά θα βοηθήσει στην αντιπαράθεσή μας με τις άλλες δυνάμεις και θα λύσει δικές μας δυσκολίες πάνω σε ζητήματα, η αξιοποίηση της “ΚΟΜΕΠ” με την ποικίλη και πλούσια αρθρογραφία της. Πολύ σημαντικό, η χρήση της να μη γίνεται μόνο ατομικά, αλλά και να αξιοποιείται σε επίπεδο οργάνων. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε κατακτήσει να μελετάται η “ΚΟΜΕΠ” από όλους τους συντρόφους, και εδώ φαίνεται και το ότι έχουμε μείνει πίσω σε ότι αφορά την περαιτέρω εμβάθυνση στη θεωρία και την ιστορία μας.
Την ιστορία μας δεν τη μελετάμε ούτε μουσειακά ούτε διανοουμενίστικα (όπως άλλωστε και τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία), αλλά αντλούμε από αυτήν πολύτιμη πείρα. Να μην ξεχνάμε πως αποτελούμε ως μέλη της ΚΝΕ τους συνεχιστές των αγωνιστικών παραδόσεων της ηρωικής ΟΚΝΕ και την θρυλικής ΕΠΟΝ, να είμαστε άξιοι συνεχιστές τους. Ο ΚNίτης θα πρέπει να παραδειγματίζει με την ανυπότακτη στάση ζωής του, να έχει κομμουνιστική ηθική. Είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του μέλους της ΚΝΕ με τη χρήση ναρκωτικών, με τον αλκοολισμό, το ρατσισμό, με το τζόγο, με την κάθε είδους αδικία και την απραξία μπροστά σ’ αυτήν. Χρειάζεται να έχουμε διαρκές μέτωπο ενάντια σε παρόμοια φαινόμενα. Να προσπαθούμε να αποβάλλουμε από μέσα μας ιδεαλιστικά κατάλοιπα, να αναπτύσσουμε τη μαρξιστική σκέψη, τη συντροφικότητα και να δείχνουμε όπου χρειάζεται τη συντροφική μας αλληλεγγύη.
Με επαναστατικό ενθουσιασμό να υλοποιήσουμε τις Αποφάσεις που θα παρθούν από το 10ο Συνέδριο για να έχουμε ως το επόμενο Συνέδριο μια ΚΝΕ ακόμα πιο γερή, ακόμα πιο μαζική.
Εργάζομαι σε εργοστάσιο στον κλάδο των λιθογράφων όπου πρόσφατα με απέλυσαν και με παρέμβαση του ΠΑΜΕ έγινε ανάκληση της απόλυσής μου. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα είχα πλήρη αποχή από την κομματική και συνδικαλιστική δράση. Για την αποχή αυτή οι ευθύνες ήταν περισσότερο προσωπικές. Είμαι στην ΚΝΕ από το 2001 και παλιότερα υπήρξα μέλος του συνδικάτου της Καρφούρ-Μαρινόπουλος. Όταν έφυγα από το χώρο του εμπορίου και πέρασα στο χώρο της παραγωγής άρχισα να βλέπω πιο ωμό το πρόσωπο του φασισμού που υπάρχει στους χώρους εργασίας, αφού αντί για καλύτερα είδα ότι έπεσα στα χειρότερα γιατί στο χώρο που εργάζομαι η τρομοκρατία έχει τη μορφή της απειλής της απόλυσης, της προσωπικής προσβολής, της εκμετάλλευσης σε ένα επίπεδο πολύ εκνευριστικό διότι το να ξυπνάς το πρωί και να πηγαίνεις για δουλιά είναι οδυνηρό όταν ξέρεις ότι ο εργοδότης θα φωνάζει πάνω από το κεφάλι σου και συν όλα τα άλλα δεν ξέρεις αν θα δουλέψεις 8ωρο, 10ωρο, 12ωρο ή και παραπάνω. Όλες αυτές οι καταστάσεις με μετέτρεψαν από ένα ήρεμο άνθρωπο σε αγρίμι αφού πολλές φορές ήρθα σε διαπληκτισμούς με τους εργοδότες μου αλλά και με συναδέλφους μου. Όλες αυτές οι καταστάσεις ήρθαν και συνέπεσαν με τα προβλήματα του σήμερα δηλαδή τα προβλήματα που βιώνουν οι εργαζόμενοι. Έτσι κατάλαβα την αναγκαιότητα της αλλαγής του σημερινού καπιταλιστικού συστήματος με ένα ανώτερο σύστημα όπως το σοσιαλιστικό. Οι σκέψεις αυτές μετατράπηκαν σε διάβασμα με αποτέλεσμα να αρχίσω να καταλαβαίνω τι είναι αυτό που ζούμε, πόσο σάπιο είναι και πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί. Έτσι έβγαλα το συμπέρασμα ότι είχα δύσκολο έργο μπροστά μου ως κομμουνιστής και ότι αυτό που είχα στο νου μου θέλει τόλμη και γερά νεύρα, ειδικά στο χώρο που είμαι. Όμως το πήρα απόφαση και ξαναοργανώθηκα στο ταξικό μου σωματείο των λιθογράφων και στην κομματική δράση από την οποία απείχα αρκετά χρόνια. Βλέποντας τις σημερινές συνθήκες να ωριμάζουν ακόμα περισσότερα και τον αντικομμουνισμό να εντείνεται, έβγαλα το συμπέρασμα ότι η αναζήτηση της ιστορίας του ΚΚΕ αλλά και των ΚΚ σε άλλες χώρες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αντιφασιστική νίκη των λαών, είναι απαραίτητη για να μπορούμε να σταθούμε ως κομμουνιστές απέναντι στον αντικομμουνισμό. Η διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας πλέον έχει πάρει πολύ μεγάλες διαστάσεις και αν κάποιος δεν έχει γνώση της κομμουνιστικής ιστορίας είναι εύκολο να πειστεί από την αντικομμουνιστική προπαγάνδα και αυτό θα είναι ό,τι πιο άσχημο για το Κόμμα μας που έχει δώσει αιματηρούς αγώνες για να φτάσει στο 2010 να έχει τη δύναμη να οργανώνει τους ταξικούς αγώνες. Αυτή η δύναμη δεν πρέπει να χαθεί με τίποτα γιατί οι δύσκολοι καιροί είναι κοντά και όταν πια οι αντιθέσεις του συστήματος οξυνθούν εμείς θα πρέπει να σταθούμε στο πλάι της εργατικής τάξης και να της δείξουμε το δρόμο προς το σοσιαλισμό και όλοι μαζί να συμβάλλουμε στην εξέλιξη του ανθρώπου.
«…οι γυναικείες μάζες πρέπει να γίνουν δικές μας, κι αν θα ήτανε ακόμη δεμένες με αλυσίδες από τον ουρανό…»
Η γυναίκα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης με ιδιαίτερη θέση στη κοινωνία, λόγω της αναπαραγωγικής λειτουργίας του οργανισμού της. Στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής, στον καπιταλισμό, η γυναίκα υπόκεινται σε διπλή εκμετάλλευση, έρχεται αντιμέτωπη με την ταξική εκμετάλλευση και τη φυλετική ανισότητα. Οι εργαζόμενες γυναίκες έχουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (μειωμένο ωράριο, ελαστικές σχέσεις εργασίας κτλ) καθώς και τα βάρη που σηκώνουν στις πλάτες τους εξαιτίας των πολλαπλών τους ρόλων (εργαζόμενη – σύζυγος - νοικοκυρά - μητέρα). Ο καπιταλισμός έχει ανάγκη η γυναίκα να βρίσκεται στο σπίτι αλλά και στην παραγωγή για να αποτελεί φτηνό εργατικό δυναμικό. Τα αντιλαϊκά μέτρα και οι συνθήκες στις οποίες ζει επιβαρύνουν περισσότερο τη σωματική και ψυχική υγεία της και εντείνουν την ανισοτιμία της.
Στον καπιταλισμό δεν μπορεί να υπάρξει ισοτιμία της γυναίκας καθώς αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τον εκμεταλλευτικό του χαρακτήρα. Έτσι αποδεικνύεται η ταξικότητα του γυναικείου ζητήματος και το ότι η απελευθέρωσή της μπορεί να συντελεστεί σε μία κοινωνία όπου θα καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, δηλαδή με την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού.
Αντλούμε σήμερα πολύτιμη πείρα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ου αιώνα, από τις κατακτήσεις που γνώρισε η γυναίκα. Στη Σοβιετική Ένωση παίρνονταν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μετατίθενται όλες οι υποχρεώσεις του νοικοκυριού και της διαπαιδαγώγησης σε κοινότητες, καθώς επίσης ιδιαίτερο βάρος δινόταν στην προστασία της μητρότητας. Ιδρύθηκαν συσσίτια και εστιατόρια, διαπαιδαγωγητικά ιδρύματα, εκθέσεις για την προστασία της μητρότητας και του παιδιού. Η γυναίκα έπαψε να ασχολείται με χιλιάδες ασήμαντα μικροπράγματα. Της παρεχόταν έτσι πλήρης δυνατότητα να δράσει στην κοινωνία ανάλογα με τις ικανότητες και τις κλίσεις της. Γίνεται ξεκάθαρο ότι η μόνη διέξοδος για να απαλλαγεί η γυναίκα από τις αλυσίδες της είναι η πάλη για τη λαϊκή εξουσία-οικονομία, για το Σοσιαλισμό.
Ως απόρροια, λοιπόν, όλων των παραπάνω προκύπτει ότι είναι αναγκαία η ένταξη και η ενεργός συμμετοχή των γυναικών στην οργανωμένη πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού. Η ανασύνταξη του κινήματος εξαρτάται τόσο από τη μαζική συμμετοχή των εργαζόμενων γυναικών, συμπεριλαμβανομένων και των μεταναστριών, όσο και από την πάλη του εργατικού και του γενικότερου λαϊκού κινήματος για την ισοτιμία και χειραφέτηση της γυναίκας.
Ωστόσο, ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με την αδρανοποίηση και την αποστράτευση συντροφισσών που μπαίνουν στην παραγωγή και κάνουν οικογένεια. Ο όγκος των σύνθετων καθηκόντων της γυναίκας δεν της αφήνει περιθώρια. Εδώ ακριβώς έγκειται το ζήτημα κατά πόσο η Οργάνωση συνολικά δουλεύει προς αυτήν την κατεύθυνση για να επιλύει τέτοιου είδους ζητήματα, βοηθώντας τις συντρόφισσες επί της ουσίας. Για να εργαστεί με τέτοιο προσανατολισμό χρειάζεται η θέση μας για τη γυναίκα, να αφομοιωθεί και να γίνει υπόθεση όλης της Οργάνωσης και εδώ υπάρχουν αδυναμίες που ακόμη δεν έχουμε ξεπεράσει. Είναι απαραίτητο το στοιχείο αυτό να διέπει όλο το σχέδιο δράσης στις αποφάσεις των οργάνων και την ευθύνη των τελευταίων να παλεύουν για την υλοποίησή τους. Αντιστοιχίζοντας το περιεχόμενο του σχεδιασμού μας με τις αποφάσεις του Κόμματος στο 18ο Συνέδριο, πρέπει άμεσα και πιο απαιτητικά να αντιμετωπίσουμε αδυναμίες και ελλείψεις στη δουλιά μας προς αυτήν την κατεύθυνση παίρνοντας ιδεολογικά και οργανωτικά μέτρα.
Ο σχεδιασμός των καθοδηγητικών οργάνων και των ΟΒ να περιέχει αυξημένα καθήκοντα για τη δουλιά μας στις γυναίκες και να μην χάνονται τα όποια αποτελέσματα υπάρχουν από αυτή, αξιοποιώντας και τη θετική πείρα. Για τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού αυτού χρειάζεται, να αποκτήσει σταθερά χαρακτηριστικά και να ιεραρχήσουμε χώρους όπου πλειοψηφούν οι γυναίκες, καθώς και εργασιακούς χώρους που εργάζονται πολλές μετανάστριες οι οποίες υφίστανται άγρια εκμετάλλευση.
Χρειάζεται να αξιοποιείται η σχετική αρθρογραφία του “Ριζοσπάστη” και το μαρξιστικό βιβλίο για να δυναμώσει η πλατιά διαφώτιση συνολικά του λαού, όχι μόνο των γυναικών. Η διάδοση των Θέσεών μας όμως να μη γίνεται μόνο πάνω στα εργασιακά δικαιώματα αλλά συνολικά στη ζωή της γυναίκας. Να αναδεικνύουμε την πορεία των γυναικών στη σοσιαλιστική οικοδόμηση και τις κατακτήσεις τους.
Εκτός από την ιδεολογικοπολιτική ενίσχυση να παίρνονται και ιδιαίτερα μέτρα κομμουνιστικής αλληλεγγύης όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν και οι Θέσεις του 10ου Συνεδρίου: «Εκτός από την ιδεολογική και πολιτική δουλιά για να αντέξουν, η ΟΒ πρέπει να παίρνει και πρακτικά μέτρα στήριξης της νέας μητέρας συντρόφισσας, ουσιαστικής διευκόλυνσης για να παίρνει μέρος στη ζωή της ΟΒ κατά προτεραιότητα» (η υπογράμμιση δική μου).
Να στηριχθεί σοβαρά η πολιτική ανάδειξη και ανάπτυξη στελεχών με κριτήριο τη διάθεση και τη μαχητικότητα των συντροφισσών και όχι το φόρτο των προσωπικών τους υποχρεώσεων.
Αρχής γενομένης από τη φετινή χρονιά που πραγματοποιήθηκαν στις 8 Μάρτη σε όλες τις πόλεις μεγάλα συλλαλητήρια προς τιμήν της εργάτριας γυναίκας, το επόμενο διάστημα η Οργάνωση να μετρήσει βήματα, μετουσιώνοντας τις αποφάσεις σε πλούσια δράση.
Φάρος μας να είναι η τεράστια προσφορά των γυναικών στους λαϊκούς αγώνες με κορυφαίο ιστορικό παράδειγμα τη μαζική συμμετοχή τους στις γραμμές του δοξασμένου Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας….
Σήμερα, γίνεται αντιληπτό από την πλειοψηφία των νέων πως η κατάσταση χειροτερεύει και μάλιστα με ραγδαίους ρυθμούς. Τίποτα βέβαια δεν είναι τυχαίο. Σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης η επίθεση του κεφαλαίου, της αστικής τάξης και των πολιτικών τους εκπροσώπων ξεδιπλώνεται σε όλους τους τομείς: στην υγεία, την κοινωνική ασφάλιση, τα επαγγελματικά δικαιώματα, τους μισθούς, την παιδεία. Και για τους εργαζόμενους σπουδαστές ειδικά, αυτό είναι ταφόπλακα. Η ΚΝΕ θα πρέπει λοιπόν να δυναμώσει το ΜΑΣ για να ρίξει όλες του τις δυνάμεις στη συσπείρωση όλο και περισσότερων εργαζόμενων σπουδαστών και μη. Από μόνο του βέβαια δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει. Η συνεργασία του με τις ταξικές δυνάμεις, με το ΠΑΜΕ, είναι αναγκαία και επιτακτική. Το τελευταίο να καθοδηγήσει, να εμπνεύσει με την εμπειρία του στην ταξική πάλη, να έρθει σε επαφή με τους εργαζόμενους νέους στα ΤΕΙ και στα πανεπιστήμια και με άλλους τρόπους.
Πολύ σωστά, οι κινητοποιήσεις των τελευταίων χρόνων, έφεραν στο προσκήνιο την ταξικότητα του εκπαιδευτικού προβλήματος. Παρ’ όλα αυτά, το ΜΑΣ με τη συνδρομή του ΠΑΜΕ και της ΚΝΕ θα πρέπει να το εξειδικεύσει. Οργάνωση ομιλιών και συζητήσεων μέσα στις σχολές, όπου τοπικά μέλη του ΠΑΜΕ και του ΜΑΣ θα έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν με τους σπουδαστές που δουλεύουν και όχι μόνο, να γίνει ανάλυση των καίριων ζητημάτων που απασχολούν τη νεολαία, με άμεσο τρόπο και ταξικό προσανατολισμό, λχ για τις επιπτώσεις της συνθήκης της Λισαβόνας στην καθημερινότητα, πως μετουσιώνονται στην πράξη όλοι οι αντιδραστικοί νόμοι ΝΔ-ΠΑΣΟΚ κτλ. Έτσι, όντως εξειδικεύεις στο ζήτημα και βλέπεις αποτελέσματα.
Επίσης, συσπείρωση των εργαζόμενων σπουδαστών μπορεί να συμβεί και με τη δημιουργία σχετικών επιτροπών στις σχολές από τις δυνάμεις του ΜΑΣ. Για παράδειγμα, στο Τμήμα Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής, στο Ρέθυμνο, όπου οι δυνάμεις του Μετώπου Αγώνα Σπουδαστών έχουν την αυτοδυναμία, βρίσκεται σε εξέλιξη η δημιουργία παρόμοιας επιτροπής με πολύ θετική απήχηση απ’ τους σπουδαστές και ιδιαίτερα τους εργαζόμενους σπουδαστές! Η δημιουργία διεκδικητικού πλαισίου πάλης όπου θα καθορίζονται οι στόχοι τους, στόχοι με ταξικό προσανατολισμό. Σε σχολές λοιπόν, όπου οι συνεπείς δυνάμεις έχουν αυτοδυναμία, έτσι πρέπει να κινηθούν. Σε αυτόν τον προσανατολισμό και μαζί με το ΠΑΜΕ, με τους εργάτες που δεν συμβιβάζονται. Οι ΚΝίτες και οι ΚΝίτισσες να είναι οι μπροστάρηδες στον αγώνα, στην ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας, για την αλλαγή εξουσίας.
Τέλος, σημαντική προσπάθεια πρέπει να γίνει και στον τομέα της προπαγάνδας. Η δημιουργία ιστιότοπου του Μετώπου Αγώνα Σπουδαστών θα βοηθήσει στην ευρύτερη πληροφόρηση της νεολαίας σχετικά με τι είναι το ΜΑΣ, σε ποιους απευθύνεται αλλά και τι διεκδικεί. Τη δημοσίευση άρθρων από την Γραμματεία του αλλά και από τα μέλη του γενικότερα, κάτω από τον έλεγχο αυτής. Υπάρχει εμπειρία και πρέπει να αξιοποιηθεί.
Η δραστική μείωση της διαρροής νέων από τις γραμμές της ΚΝΕ, αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την περαιτέρω ισχυροποίηση της Οργάνωσης, είναι πρόβλημα που πρέπει να κατανοήσουμε βαθύτερα ώστε να το αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά.
Είναι λάθος να θεωρούμε ότι το πρόβλημα αυτό εντοπίζεται μόνο στην περίοδο απομάκρυνσης και παραίτησης ενός συντρόφου από τη δράση με την Οργάνωση. Το τι στάση θα κρατήσει κάποιος στη συνέχεια της ζωής του, εξαρτάται συνολικά από όλες τις φάσεις της οργανωμένης ζωής, από το βαθμό που έχει πειστεί βαθιά για την αναγκαιότητα της πάλης για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Σε τελική ανάλυση καθορίζεται από το πόσο ο καθένας έχει διαμορφώσει επαναστατική συνείδηση.
Η διαμόρφωση επαναστατικής συνείδησης, και μάλιστα σε αντεπαναστατικές συνθήκες, είναι ένα σύνθετο καθήκον. Ο κάθε νέος άνθρωπος, ανεξάρτητα αν είναι μέλος και στέλεχος της ΚΝΕ, βομβαρδίζεται καθημερινά με δεκάδες ιδεολογήματα. Χρέος της Οργάνωσης, δεν είναι μόνο να τον ενημερώσει για τις θέσεις μας και να του δώσει ένα “καθηκοντολόγιο” δράσης, αλλά και να τον βοηθήσει να “σπάσει” όλες τις αντιλήψεις που έχει κληρονομήσει από την κυρίαρχη ιδεολογία. Έτσι θα καταφέρει να τον “τραβήξει” στη συνειδητή δράση, γιατί αυτή είναι που τελικά μένει. Το θέμα αυτό συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση των κομμουνιστικών χαρακτηριστικών και με την ταξική συνειδητοποίηση.
Η συνείδηση είναι κάτι που αντικειμενικά αναπτύσσεται καθημερινά, το θέμα είναι σε ποια κατεύθυνση. «Δεν υπάρχει κενό ιδεολογικό, ό,τι δεν καλύπτεις εσύ, το καλύπτει ο αντίπαλος». Άλλο λοιπόν η εμπιστοσύνη, που πρέπει να δείχνουμε στα μέλη και στελέχη μας, άλλο όμως το να θεωρούμε πράγματα δεδομένα για τη συνείδησή τους. Η καλλιέργεια των αξιών του κομμουνιστικού κινήματος και της εργατικής τάξης, σε αντιπαράθεση με τις κυρίαρχες αξίες, είναι μια μάχη που δεν τελειώνει ποτέ.
Σημαντικό κρίκο στην προσπάθεια αυτή, αποτελεί το δυνάμωμα της λειτουργίας της ΟΒ. Όσο περισσότερο βελτιώνεται και εμπλουτίζεται η εσωοργανωτική ζωή, η δημιουργική κουβέντα που γίνεται στη συνεδρίαση της ΟΒ, τόσο περισσότερο το κάθε μέλος θα εμπνέεται και θα συμμετέχει συνειδητά, αλλά και θα ανοίγεται, θα μοιράζεται τα ζητήματα που το απασχολούν, τις αμφιβολίες που έχει.
Οι σύντροφοι πρέπει να ενθαρρύνονται να εξωτερικεύουν όποια διαφωνία ή έστω επιφύλαξη σε οποιοδήποτε θέμα της πολιτικής μας ή της δικής τους συμμετοχής. Για να μπορέσει το όποιο πρόβλημα να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και στη ρίζα του, πρέπει πρώτα να έχει γίνει γνωστό. Είναι λοιπόν αναμφίβολα προτιμότερο ο κάθε σύντροφος να πει ανοικτά για κάτι που δεν έχει πειστεί, παρά να το κρατήσει μέσα του. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συμβιβαζόμαστε με μια τυπική συμφωνία και υπερψήφιση της εισήγησης, που συχνά συνοδεύεται από μικρή συμμετοχή στην υλοποίηση. Αυτό που σήμερα δεν εκφράζει συνειδητή δραστηριοποίηση, στη συνέχεια θα συσσωρευτεί και αύριο πιθανά θα οδηγήσει στην αποστράτευση. Ό,τι κάνουμε αλλά και ό,τι δεν κάνουμε, αργά ή γρήγορα θα το βρούμε μπροστά μας… Οποιοδήποτε λοιπόν ζήτημα υπάρχει, πρέπει να λύνεται άμεσα, να απαντιέται στη συνεδρίαση αλλά και πιο αναλυτικά, μέσα από συνεργασίες. Να μην το αγνοούμε, ούτε να το παραπέμπουμε στο μέλλον.
Τα παραπάνω καθοδηγητικά όργανα και οι αντίστοιχες Κομματικές Οργανώσεις, πρέπει να δώσουν ολόπλευρη βοήθεια στα Γραφεία των ΟΒ για τα παραπάνω καθήκοντα, καθώς αυτά αποτελούνται συνήθως από συντρόφους με μικρή πείρα και παρόμοια προβλήματα.
Τα Γραφεία των ΟΒ και τα καθοδηγητικά όργανα πρέπει να έχουν εικόνα και γνώση για όλες τις πλευρές της ζωής των συντρόφων και τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, γιατί πολλές φορές παίζουν σημαντικό ρόλο στη διάθεση προσφοράς στην οργανωμένη πάλη. Πιο έντονα παρουσιάζονται τα προβλήματα διαρροής στα μεταβατικά στάδια της ζωής ενός νέου (ένταξη στην παραγωγή, στρατιωτική θητεία, δημιουργία οικογένειας).
Πολλές φορές ο σύντροφος που καθοδηγεί δεν έχει προσωπική πείρα ή εικόνα από παρόμοια ιδιαίτερη κατάσταση, κάτι που δυσχεραίνει την κατάσταση. Για παράδειγμα, πρέπει να υπάρχει διαρκής επαφή και στήριξη σε κάποιον που υπηρετεί τη θητεία του, κάτι που κατά κανόνα υποτιμάται και παραμελείται λόγω άγνοιας. Ένα άλλο θέμα είναι η βοήθεια που πρέπει να δίνεται σε συντρόφους που εργάζονται, αλλά ανήκουν όχι σε κλαδική, αλλά σε εδαφική ΟΒ ή ΟΒ σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. Η συμμετοχή στο σωματείο και τις απεργίες πρέπει να καλλιεργηθεί και όχι να θεωρείται δεδομένη. Επειδή σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα ζητήματα δεν ανήκουν στον άμεσο χώρο δράσης της ΟΒ, πρέπει να μπουν στον προσανατολισμό, χρειάζεται ειδική φροντίδα από παραπάνω καθοδηγητικά όργανα, επιτροπές και Κομματικές Οργανώσεις για να υπάρχει γνώση και αντιμετώπιση.
Επιπλέον, πρέπει να μειωθεί ο χρόνος που χρειάζεται το κάθε μέλος για να μετακινηθεί από μια οργάνωση σε ακτίνα δράσης άλλης οργάνωσης, καθώς συχνά υπάρχουν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Ειδικά αν κάποιος βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο, αυτό είναι κρίσιμο για να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος. Παράλληλα, για ήδη απομακρυσμένους συντρόφους, χρειάζεται μέριμνα και προετοιμασία ώστε να αποκτήσουν επαφή με τη νέα οργάνωση, να μη “χαθούν” κατά τη μετάβαση, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι “ξεμπερδέψαμε”.
Η πορεία κάθε μέλους της ΚΝΕ στο δύσκολο πεδίο της ταξικής πάλης εξαρτάται φυσικά και από την προσωπική του στάση και πράξη. Δεν θα γίνουν όλοι μέλη του Κόμματος, αυτό είναι δεδομένο. Έχει όμως πολύ μεγάλη σημασία η παρακαταθήκη που μένει στον καθέναν, το αποκρυστάλλωμα στη συνείδηση, η αγωνιστική στάση ζωής που θέλουμε να κρατήσουν όλα τα μέλη μας στην υπόλοιπη ζωή τους ως εργαζόμενοι, στο πλευρό του Κόμματος.
Εν μέσω οικονομικής κρίσης η επίθεση του κεφαλαίου οξύνεται, καλώντας για άλλη μια φορά τα λαϊκά στρώματα να πληρώσουν. Έχουν επιτάξει όλα τα επιτελεία τους ρίχνοντας λάσπη σε οτιδήποτε ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα καλλιεργούν από βρεφικές ηλικίες τη μοιρολατρία και τον ατομικισμό. Σε αυτές τις συνθήκες δημιουργούνται πιο σύνθετα καθήκοντα και ανεβασμένες απαιτήσεις από τη δράση μας, για να σπάσουμε διάφορα ιδεολογήματα και να εντάξουμε τη νεολαία στην ταξική πάλη.
Το Κόμμα και η Οργάνωσή μας είναι η πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Έτσι και η δράση μας προσανατολίζεται στους εργαζομένους και την οργάνωση της πάλης τους. Δεν νοείται να μην οργανωνόμαστε στα σωματεία μας και να τα βοηθάμε, αφού άλλωστε μπαίνει και από το καταστατικό ότι τα μέλη της ΚΝΕ οργανώνονται στα σωματεία τους. Χρειάζεται σύνδεση του νεολαιίστικου κινήματος με το ταξικό εργατικό, και αυτό δεν γίνεται αν δεν πρωτοστατούμε και στους αγώνες του σωματείου μας. Πρέπει να γίνει κτήμα κάθε μέλους της ΚΝΕ ότι όπου και να είμαστε αντιπροσωπεύουμε την Οργάνωση. Οι πρωτοπόροι κρίνονται στους χώρους δουλιάς τους μέσα από την αταλάντευτη στάση που κρατάνε, κόντρα στην εργοδοτική τρομοκρατία, που εκφράζεται με απόλυση, απειλές, δωροδοκία, “φιλία”. Ο δρόμος του αγώνα δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα και χρειάζεται να κάνουμε θυσίες. Οι θυσίες μας όμως δεν πάνε χαμένες γιατί η δράση μας στους χώρους δουλιάς μας έχει πολλαπλά οφέλη για το κίνημα και για την προσωπική μας διαπαιδαγώγηση με κομμουνιστικά χαρακτηριστικά.
Κατ’ αρχάς βοηθάμε να ζυμώνεται η πολιτική μας και να μαζικοποιείται το ταξικό εργατικό κίνημα, το μόνο πραγματικά επαναστατικό κίνημα. Μπροστά στην επίθεση που γίνεται σήμερα στα δικαιώματά μας, ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός τάσσεται ανοιχτά υπέρ της εργοδοσίας όπως έκαναν και με την απεργία στις 17 Δεκέμβρη κηρύσσοντας την απεργία του ΠΑΜΕ παράνομη πριν ακόμα τα αστικά δικαστήρια. Έτσι δίνονται και οι δυνατότητες για απεγκλωβισμό από τις συμβιβαστικές λογικές, κόβοντας και τον ομφάλιο λώρο από τις ρεφορμιστικές ηγεσίες. Σε συνθήκες κρίσης ή θα υπάρξει άνοδος του λαϊκού κινήματος ή συμβιβασμός του. Πρέπει να βάλουμε όλες μας τις δυνάμεις για να αναδείξουμε τον άλλο δρόμο ανάπτυξης μέσα από τη δράση και τη σταθερή κουβέντα στους χώρους δουλιάς μας, καλώντας τους εργαζομένους να γίνουν και οι ίδιοι οργανωτές της πάλης τους.
Η δουλιά μας στους χώρους εργασίας μας δίνει τη δυνατότητα να αντλήσουμε μεγάλη πείρα και να διαπαιδαγωγηθούμε, να ατσαλωθούμε, γιατί φεύγοντας από τη σχολή θα ανήκουμε στην εργατική τάξη. Βιώνοντας από σήμερα τον τρόπο με τον οποίο δουλεύουμε στους χώρους δουλιάς και τις δυσκολίες που συναντάμε, θα μας προετοιμάσει και για την αλύγιστη στάση που θα κρατάμε για όλη μας την ζωή. Η πείρα αυτή θα μειώσει και τις διαρροές μας σε αυτήν την μεταβατική περίοδο (παίρνοντας το πτυχίο), αφού θα έχουμε ήδη ατσαλωθεί στις δυσκολίες που μπαίνουν από την εργοδοτική τρομοκρατία που παίρνει διάφορες μορφές.
Οι σπουδαστές που εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους είναι η πλειοψηφία και έτσι χρειάζεται να οργανώνουμε παρεμβάσεις μέσα στις σχολές με τα σωματεία του κλάδου μας ή κλάδου που δουλεύουν πολλοί σπουδαστές. Αντικειμενικά θα ανοίξει η κουβέντα μαζί τους και μέσα από τον τρόπο που έχουν βιώσει τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού θα είναι πιο εύκολο να τους δείξουμε την διέξοδο. Θα μας ανοίξει δρόμο στη στρατολογία και στην ενίσχυση των ταξικών συνδικάτων. Στις σημερινές συνθήκες χρειάζεται να μάθουμε να παρεμβαίνουμε πολύμορφα και σταθερά βάζοντας κάτω τα καθημερινά προβλήματα που ζει ο εργαζόμενος νεολαίος. Η δουλιά μας αυτή είναι η προετοιμασία της αυριανής βάρδιας της εργατικής τάξης.
Ξέρουν ότι ο Σοσιαλισμός είναι επίκαιρος και αναγκαίος, γι’ αυτό και έχουν ρίξει όλα τους τα επιτελεία στην κατασυκοφάντηση του και στην παραχάραξη της ιστορίας. Εμείς όμως βαδίζουμε στο 10ο Συνέδριο μας με επαναστατική αισιοδοξία ισχυροποιώντας την ΚΝΕ, ώστε τις μικρές και μεγάλες μάχες που έρχονται να τις δώσουμε με όλες μας τις δυνάμεις για να βγει η τάξη μας νικήτρια.
«Πουθενά όμως στον κόσμο η ανάπτυξη του προλεταριάτου δεν έγινε και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, παρά μόνο μέσω των συνδικάτων, με την αλληλεπίδραση των συνδικάτων και του κόμματος της εργατικής τάξης.»
Ι.Β. Λένιν
Σύντροφοι και συντρόφισσες έχουν περάσει 4 χρόνια από το προηγούμενο Συνέδριο της Οργάνωσής μας. Οι εξελίξεις μέσα σε αυτό το διάστημα ήταν καταιγιστικές, με σημαντικότερη την οικονομική κρίση. Όμως και το Κόμμα μας και η ΚΝΕ έκαναν βήματα μπροστά. Το 19ο Συνέδριο με την απόφαση για τον Σοσιαλισμό αλλά και την Πολιτική Απόφαση άνοιξε νέους δρόμους, άφησε σημαντική παρακαταθήκη για να είμαστε πιο ικανοί στις νέες συνθήκες.
Ιδιαίτερα σε σπουδαστικές οργανώσεις παρατηρείται το μπέρδεμα των συντρόφων όσον αφορά “πώς δρα ένας ΚΝίτης μέσα από το ΜΑΣ”. Πολλές φορές και ο κόσμος μας ρωτάει, αν τώρα μου μιλάς ως μέλος της ΚΝΕ ή ως μέλος της επιτροπής αγώνα ή ως μέλος του φοιτητικού συλλόγου. Αυτή η σύγχυση του νέου οφείλεται, από τη δική μας ευθύνη, στο ότι οι συζητήσεις που ανοίγουμε είναι μισές, είναι λειψές. Πολλές φορές φοβούνται σύντροφοι να φτάσουν την κουβέντα ως το τέλος, να εξηγήσουν για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης. Η εμπειρία όμως δείχνει το αντίθετο. Εκεί που εξηγήσαμε βαθιά τα ζητήματα και δεν αρκεστήκαμε σε ένα κάλεσμα, εκεί ήταν που με αυτά τα παιδιά δώσαμε μαζί την μάχη. Χαρακτηριστικό είναι ότι φοιτητές ήρθαν με αυταπάρνηση στην περιφρούρηση της βιομηχανικής ζώνης στην απεργία της 10ης Φλεβάρη. Ξεκινώντας από τη λειτουργία της ΟΒ και με την καθημερινή καθοδηγητική βοήθεια, όλα μας τα μέλη πρέπει να κατανοήσουν ότι το καθήκον του νέου κομμουνιστή είναι να ανεβάσει τη συνείδηση της νεολαίας, να τη βάλει σε δράση και να πείθει τον κόσμο τριγύρω του να δράσει μαζί μας για την υπόθεση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.
Διαδικασία που συγκρούεται με την επίδραση του αντιπάλου, πρώτα και κύρια ιδεολογική. Όπλο μας η απόφαση του 18ου Συνεδρίου του Κόμματος για το Σοσιαλισμό. Η διακίνηση του “Ο”, το κόψιμο ενός κουπονιού των 2 εύρω, το κέρδισμα μας Γενικής Συνέλευσης, το κλείσιμο μίας ψήφου, είναι τα μέσα με τα οποία θα ανοίξουμε την κουβέντα για το Σοσιαλισμό. Δεν είναι αυτοσκοπός! Η εμπειρία δείχνει ότι αν η δουλιά πχ με τον “Ο” γίνεται αποσπασματικά ή delivery, θα έχει κοντά ποδάρια. Δεν θα αποκτάμε συνολικό δεσμό με τη νεολαία, απλά θα συμπληρώνουμε ένα κουτάκι. Π.χ. πολλές φορές δίνουμε “Ο” σε έναν νέο που δεν τον ξέρουμε κι αντί να εξασφαλίσουμε τη συνέχεια της επαφής, φεύγουμε σαν να μην έγινε τίποτα και συνεχίζουμε την εξόρμηση για να βγει το “καθήκον”. Βέβαια έχουμε και παραδείγματα που δείχνουν το δρόμο. Για παράδειγμα στην τελευταία οικονομική εξόρμηση πολλές ΟΒ άνοιξαν κουβέντα με το κουπόνι, έδωσαν μπλοκάκια σε φίλους της Οργάνωσης, μεγάλωσαν και ατσάλωσαν τον κύκλο επιρροής τους.
Να έχουμε καθαρό ότι οι ΟΒ δεν κρίνονται σε διάστημα ενός μήνα, τα αποτελέσματα της δουλιάς μας θα πρέπει να έχουν βάθος, να αφήνουν αποκρυσταλλώματα. Αποκρυσταλλώματα και στο ανέβασμα των συνειδήσεων της νεολαίας αλλά και αποκρυσταλλώματα στην ποιότητα της δουλιάς της ΟΒ. Να απλώνεται σε κάθε μέλος ο σχεδιασμός, κάθε μέλος να μεταφέρει ζωντανή εμπειρία.
Σύντροφοι καθοδηγητικά, όλες οι οργανώσεις θα πρέπει πιο στενά να εξετάσουν αυτό το ζήτημα. Βασικός ρόλος ενός ΚΝίτη σήμερα είναι να ανεβάσει το επίπεδο του (ιδεολογικοπολιτικά) ώστε να γίνει μέλος του ΚΚΕ και να δράσει ως τέλους μέσα από τις γραμμές του Κόμματος μας. Ιδιαίτερα σε οργανώσεις σπουδάζουσας, το ζήτημα αυτό υποτιμάται. Υποτιμάται μπροστά στην καθημερινή δράση και στο σχεδιασμό του επόμενου διαστήματος. Συνδέεται ότι μπροστά στο “άμεσο” πχ να κλείσουμε κόσμο για την πορεία, η ιδεολογική στήριξη στα μέλη είναι μικρή. Είναι ζήτημα ιδεολογικό, είναι ζήτημα πώς πείθονται τα μέλη μας για την αξία της οργανωμένης πάλης. Χρειάζεται τα καθοδηγητικά όργανα να έχουν εικόνα και για τη συμμετοχή στη ζωή του Κόμματος και στις συνεδριάσεις των ΚΟΒ, των συντρόφων-κομματικών μελών που είναι χρεωμένοι στην ΚΝΕ. Μέσα από αυτήν την κατεύθυνση και τον προσανατολισμό το μέλος της ΚΝΕ θα αποκτάει τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά, που από το 9ο Συνέδριο έχουμε τονίσει. Συνδέεται με αποστρατεύσεις στις λεγόμενες μεταβατικές ηλικίες, ιδιαίτερα όταν ένας φοιτητής παίρνει πτυχίο. Το Κόμμα συνέβαλε καθοριστικά ώστε ορισμένοι σύντροφοι να αντιληφθούν πιο ολοκληρωμένα τη δράση τους, να ξεφύγουν πολλές φορές από τον μικρόκοσμο της σπουδάζουσας. Είναι άξονας της ιδεολογικής θωράκισης για να αποκτάνε τα μέλη της Οργάνωσης αντοχή μπροστά στις δυσκολίες που το σημερινό σύστημα ορθώνει. Να γίνεται αντιληπτό ότι η μάχη για τη νίκη του Σοσιαλισμού και για την οικοδόμησή του δεν είναι μια και έξω, θα κρίνεται καθημερινά στην ταξική πάλη που διεξάγεται.
Είναι σημαντικό καθήκον να μελετήσουμε πώς το αστικό σύστημα προετοιμάζει τη συνείδηση της μελλοντικής εργατικής τάξης, στις συνθήκες που έχει διαμορφώσει η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα, κυρίως την τελευταία εικοσαετία. Αν τις δεκαετίες του ‘70 και ‘80 η αστική τάξη, κάτω και από την πίεση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, είχε ανάγκη από ένα υψηλά μορφωμένο και επιστημονικά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, με στόχο την αλματώδη επέκταση και αύξηση της κερδοφορίας της, σήμερα χρειάζεται μόνο το αντίθετο. Στη διαδικασία αυτή εντάσσει το σχολείο, τα ΜΜΕ, την ψυχαγωγία ακόμα και την τελευταία ρανίδα ελεύθερου χρόνου που έχει ένας νέος.
Η αποσπασματική και έτοιμη γνώση, χωρίς κατανόηση της μεθόδου κατάκτησής της, έχει ως αποτέλεσμα να στερείται ο νέος από επαγωγική και απαγωγική σκέψη. Το βάρος που δίνεται μόνο σε γνώση για το επάγγελμα και την επιβίωση, στερούν τη λογική του νέου από τη δυνατότητα της σύνθεσης και της αφηρημένης σκέψης. Η έλλειψη της λογοτεχνίας, του πολιτισμού, της ποιοτικής μουσικής βάζει φραγμό στη φαντασία άρα και στη χειραφέτηση της συνείδησης. Το “νέο σχολείο” διδάσκει έτοιμη και στημένη επιχειρηματολογία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι συναντάμε πολλά παιδιά που κάθε άλλο παρά συμπεράσματα μπορούν να βγάλουν. Δεν ευθύνεται η έλλειψη βιωμάτων, αλλά ο τρόπος εκτίμησής τους, η προσέγγιση και η ανάλυσή τους.
Είναι κύρια επιδίωξη της άρχουσας τάξης να βάλει εμπόδια στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης. Είναι επόμενο να δυσκολεύεται ο διάλογος, να μην απασχολούν τα προβλήματα της εργασίας, της παιδείας, του ελεύθερου χρόνου. Έχει δυσκολία ο νέος να καταλάβει ότι έστω “κάτι δεν πάει καλά”, να αναδείξει τον ένοχο, να βρει τον τρόπο να τον αντιπαλέψει, να κατανοήσει τι έχει ανάγκη, ποιες δυνατότητες πραγματικά υπάρχουν, πως θα τις αξιοποιήσει.
Αντίθετα ο στόχος είναι να ποτιστεί η νεολαία από την αντίληψη ότι “έτσι είχαν και έτσι θα έχουν τα πράγματα”. Αυτό στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης συσκοτίζεται και εντείνεται ακόμη περισσότερο, αποτελεί όμως γενικότερη επιδίωξη. Σε τελική ανάλυση, η αστική τάξη θέλει να καταστήσει στα μυαλά της νεολαίας ότι ο σημερινός τρόπος ζωής είναι αιώνιος, η ταξική αδικία είναι αιώνια, η εκμετάλλευση είναι αιώνια, ο καπιταλισμός είναι αιώνιος.
Ετοιμάζουν τη νέα γενιά δούλων, όχι μόνο χωρίς κανένα δικαίωμα, αλλά και με την αντίστοιχη δουλική συνείδηση.
Αυτό, φυσικά, δεν μένει μόνο στο επίπεδο της γνώσης, αλλά βασικός στόχος είναι να επεκταθεί στην αντίληψη που έχει ο νέος για τις κοινωνικές και τις παραγωγικές σχέσεις. Δεν πρέπει να βλέπει πέρα από το μηχάνημα που έχει μπροστά του, πέρα από τις οδηγίες χρήσης και πέρα από τις εντολές του εργοδότη-κεφαλαιοκράτη.
Ακόμα και σε συνθήκες που οξύνεται η αγανάκτηση γιατί εντείνεται η απόλυτη εξαθλίωση, ο νέος εργαζόμενος, μαθητής, σπουδαστής δεν πρέπει να βλέπει άλλο τρόπο αλλαγής της κατάστασης πέρα από τον “κοινωνικό διάλογο”, την ψήφο του στις εκλογές, τα τοπικά συμβούλια στους δήμους ή ακόμα χειρότερα να σκύψει και άλλο το κεφάλι, να πέσει στην παγίδα του κοινωνικού αυτοματισμού. Όλα αυτά για να μη φτάσει στο συμπέρασμα ότι το κεφάλαιο είναι αυτό που κινεί τη σημερινή κοινωνία μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, δεν παίρνει φτιασιδώματα και βελτιώσεις, ότι για να υπάρξει αλλαγή και καλυτέρευση στη ζωή του είναι μονόδρομος η ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, άρα των σημερινών παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων.
Έτσι όταν προβάλουμε σε κουβέντες το επιχείρημα ότι παραγωγή χωρίς επιχειρηματίες γίνεται, όχι, όμως χωρίς εργάτες, δύσκολα γίνεται κατανοητό. Κύρια αιτία είναι η αδυναμία να οδηγήσουμε το συλλογισμό τους σε αυτό το κεντρικής σημασίας συμπέρασμα. Με αυτό το μηχανισμό επιχειρεί η αστική συνείδηση να διεισδύσει στο μυαλό των νέων εργαζομένων.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες χειραγώγησης της νεολαιίστικης συνείδησης, μπαίνει στο επίκεντρο η πάλη των ιδεών. Η ΚΝΕ είναι πιο ώριμη από ποτέ, με όπλο τις αποφάσεις και τις επεξεργασίες του Κόμματος, τη μελέτη και τη γνώση της ιστορίας του Κόμματός μας, να ανταποκριθεί σε αυτό το καθήκον.
Κύριο είναι το ζήτημα που μπαίνει από τις θέσεις για το Συνέδριό μας: όχι μόνο ποιος είναι ο άλλος δρόμος ανάπτυξης, τι είναι ο σοσιαλισμός, αλλά κύρια γιατί και πώς αυτός είναι εφικτός. Πρέπει να απασχολήσει τις δυνάμεις μας η διαδικασία που αναπτύσσεται η ταξική και η επαναστατική συνείδηση, τα σκαμπανεβάσματα που έχει, τα βήματα που μετράμε μέρα με τη μέρα, μάχη με τη μάχη. Σε αυτή τη δουλιά είναι αναντικατάστατη η μελέτη των θεωρητικών σε όλη την κλίμακα της Οργάνωσης, να δίνεται η μάχη κύρια από την ιδεολογική σκοπιά.
Σε τελική ανάλυση είναι ώριμη ανάγκη σήμερα να γίνει η ΚΝΕ όχι μόνο σχολείο αλλά και πανεπιστήμιο. Να διδάξει πλατιά στη νεολαία την ανυπάκουη και στρατευμένη σκέψη, με κριτήριο την ταξική πάλη. Αυτό θα βοηθήσει η νεολαία να βγάζει συμπεράσματα που θα αντέχουν στην αστική επίθεση, θα βάζει τα θεμέλια για να πατήσει η επαναστατική μας θεωρία, να βρει την υλοποίησή της στην επαναστατική μας πράξη στο σήμερα.
Να κάμουμε πράξη το σύνθημα: «μαθαίνουμε την αλήθεια, αλλάζουμε τον κόσμο».
Ο αντικομμουνισμός στις μέρες μας και μάλιστα μέσα στην καπιταλιστική κρίση δεν είναι τίποτα άλλο από την επιβεβαίωση της γραμμής που βάζουμε στο κίνημα. Οι αστοί με κάθε μέσο προσπαθούν να διαφθείρουν και να βγάλουν από τις συνειδήσεις των εκμεταλλευομένων την κομμουνιστική προοπτική, φοβούμενοι ότι ο λαός θα ξυπνήσει και θα τους καταργήσει ως τάξη παίρνοντας την εξουσία και οικοδομώντας το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Ο (νομοθετημένος πλέον) αντικομμουνισμός δεν πρέπει να μας φοβίζει αλλά είναι κάτι που πρέπει να μας αφυπνίζει και να μας πεισμώνει με τέτοιο τρόπο ώστε να προσπαθούμε να γίνουμε πιο δυνατοί και πειθαρχημένοι ιδεολογικοπολιτικά αλλά και οργανωτικά, λύνοντας ζητήματα που μας κρατούν πίσω στη δουλιά στο κίνημα, τα οποία δεν είναι στατικά αλλά καθημερινά μεταβάλλονται και παίρνουν άλλη μορφή. Βασικό χαρακτηριστικό μας πρέπει να είναι η “εμμονή” όλων των ΚΝιτών, πλάι στο Κόμμα, το μπόλιασμα της συνείδησης του λαού και της νεολαίας με το γεγονός ότι η εργασία είναι κοινωνική και αυτό πρέπει να το αντιστοιχήσει η λαϊκή πάλη με την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, δηλαδή την κοινωνικοπολιτική επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Η αστική τάξη έχοντας την πολιτική εξουσία και όλους τους μηχανισμούς που της παρέχει αυτό το γεγονός, είναι εντελώς ακομπλεξάριστη στους τρόπους που παρεμβαίνει στις συνειδήσεις αλλά και στους τρόπους που ασκεί κάθε μορφή βίας στην εργατική τάξη και συνολικά στο λαό, κατ’ επέκταση και στη νεολαία. Αντίστοιχης πολυμορφίας πρέπει να είναι και η παρέμβαση της ΚΝΕ σε κάθε χώρο που ζει και δρα η εργατική τάξη αποκαλύπτοντας, παρεμβαίνοντας, οργανώνοντας και καθοδηγώντας και την παραμικρή ενόχληση προς την ταξική λύση της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Βασικός παράγοντας για την επίτευξη αλμάτων σε αυτήν την κατεύθυνση είναι και η σωστή και πολύμορφη καθοδηγητική δουλιά στα όργανα και στα μέλη της Οργάνωσης που οδηγεί και στην καλύτερη διείσδυση με πολιτικούς όρους, πιο πλατιά και με μεγαλύτερη επιμονή από το σύνολο των ΟΒ σε χώρους που ζει, δουλεύει και σπουδάζει η νεολαία και όχι μόνο. Η αντίστροφη πορεία είναι το ίδιο σημαντική, παίρνοντας υπ’ όψιν και την ατομική ευθύνη που αναλογεί στο μέλος της ΚΝΕ.
Πρέπει να απαλλαγούμε από τις αντιλήψεις ότι η καθοδήγηση είναι μια πράξη που ξεκινάει και τελειώνει σε επίσημες μαζώξεις οργάνων ή συνεργασιών -πράγματα φυσικά απαραίτητα να γίνονται και με προγραμματισμένο και σχεδιασμένο τρόπο- αλλά καθοδήγηση στην ουσία της είναι παρέμβαση ιδεολογικοπολιτική σε κάθε πτυχή της ζωής των συντρόφων και των φίλων της Οργάνωσης ανά πάσα στιγμή, απ’ το μεγαλύτερο ως το μικρότερο ζήτημα.
Η καθοδήγηση από πρακτικής πλευράς στα όργανα, απ’ την άλλη, είναι μια διαδικασία επιθετική όσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή την εποικοδομητική επίλυση ιδεολογημάτων ή λαθεμένων αντιλήψεων του οργάνου ή μεμονωμένου συντρόφου και τελικά την κατανόηση και αφομοίωση της τακτικής και της στρατηγικής του Κόμματος, εμπλουτισμένα με την πρακτική έκφραση αυτής της κατανόησης, αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη των συντρόφων. Ωστόσο ο τελικός αυτός σκοπός δεν πρέπει να είναι κάτι που εμποδίζει τον εσωοργανωτικό διάλογο, δηλαδή κάτι το απόλυτα υγιές για ένα όργανο, είτε χωρίς να δίνεται βαρύτητα στο να βοηθηθεί ένας σύντροφος που διαφωνεί σε κάποιο θέμα, είτε αποθαρρύνοντας ακόμη και συζητήσεις που έχουν καλοπροαίρετο φυσικά σκοπό αλλά διαφορετική προσέγγιση ή και απόκλιση από τη δοσμένη εισηγητικά θεματολογία. Κάτι τέτοιο ιδεολογικοποιεί από μερίδα συντρόφων την τάση να μην εκφέρουν γνώμη και να μην έχουν συμμετοχή στον εσωοργανωτικό διάλογο, προφανώς και στις δραστηριότητες και το άνοιγμα της ΟΒ προς τα έξω. Αυξάνεται έτσι ο πρακτικίστικος τρόπος δουλιάς των οργάνων και απλής καθηκοντολογικής συζήτησης ξεγυμνωμένη από το πολίτικο περιεχόμενο της κάθε στιγμής. Υπό αυτές τις συνθήκες υπάρχουν περιπτώσεις, μάχιμοι σύντροφοι τελικά λόγω έλλειψης ιδεολογικοπολιτικού εξοπλισμού να αποστρατεύονται ή να αποκόβονται από την πρωτοπόρα δράση. Η ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση δεν μπορεί να επιτευχθεί ολοκληρωμένα από μαθήματα ή παρουσιάσεις θεμάτων. Η ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση επιτυγχάνεται συνδυάζοντας την πείρα της δράσης, με τη συζήτηση εσωοργανωτικά. Είναι διαλεκτική η σύνδεση της εσωοργανωτικής δραστηριότητας των μελών, με το άνοιγμα προς την κοινωνία.
Αντίστοιχο είναι και το ζήτημα του τι συμπεράσματα μπορούν να βγουν και συνεπώς τι ενέργειες να γίνουν λ.χ. για το πώς πραγματικά η καπιταλιστική κρίση παρεμβαίνει στη συνείδηση της νεολαίας όταν η βάση έχει αδυναμία –ατομική και συλλογική- στην παρέμβασή της στο χώρο που δρα. Ο πρακτικός αντίκτυπος είναι εύκολα ορατός. Η συνείδηση, όμως, προς το δρόμο της ανατροπής δεν είναι άμεσο αποτέλεσμα, ούτε είναι ενιαία για όλους.
Είναι καθήκον μας να καθίσουμε και να δούμε ζητήματα όπως είναι οι διαρροές από τις ΟΒ, αλλά και το πιο σημαντικό γιατί ένας εργαζόμενος νέος, ένας σπουδαστής κάνει το άλμα, κόντρα στην υπάρχουσα ροπή του συμβιβασμού και του ατομικισμού, και στρατεύεται στις γραμμές της ΚΝΕ και στη συνέχεια επαναπαύεται ως προς τη δράση του. Άλλο ζήτημα είναι πως υπάρχουν φαινόμενα ΟΒ που δίνουν μάχη, σύσσωμες, με αυστηρό έλεγχο, πειθαρχία και συσπείρωση, σε προεκλογικές περιόδους ενώ σε άλλες πολιτικές μάχες ή και στις περιόδους που “δεν κινείται φύλλο” υπάρχει αποστασιοποίηση από την αναγκαιότητα πρωτοπόρας δράσης και φυσικά πώς να λυθούν τέτοια φαινόμενα.
μέλος της ΟΒ Φυσικού Σπουδάζουσας Ιωαννίνων
Αυτό προκύπτει απ’ το χαρακτήρα της παραγωγής, η οποία έχει κοινωνικοποιηθεί, την όξυνση των αντιθέσεων στον ιμπεριαλισμό. Η βασική αντίθεση του καπιταλισμού, από τη μια η κοινωνικοποιημένη παραγωγή και από την άλλη η ατομική ιδιοποίηση των παραγόμενων προϊόντων, λύνεται μόνο με το Σοσιαλισμό. Είναι η πρώτη αλλαγή στην κοινωνική εξέλιξη στην οποία η πολιτική επανάσταση πρέπει να προηγηθεί της οικονομικής. Δηλαδή για να πάρει σάρκα και οστά ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής, με τις κομμουνιστικές σχέσεις να ριζώνουν στην παραγωγή και να διαμορφώνονται άλλες κοινωνικές σχέσεις, οι κομμουνιστικές.
Για να γίνει αυτό βασικό ρόλο παίζει ο υποκειμενικός παράγοντας, η συνειδητότητα της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων.
Αυτό δεν γίνεται δίχως τον πρωτοπόρο καθοδηγητικό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος και της νεολαίας του, του ΚΚΕ και της ΚΝΕ.
Η προγραμματική μας αντίληψη για τη σοσιαλιστική επανάσταση βασίζεται στη δημιουργία του Αντιιμπεριαλιστικού-Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ), το οποίο βασίζεται στην κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων, ενάντια στον κοινό τους αντίπαλο, τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό.
Σε αυτή την κατεύθυνση πήραμε και την πρωτοβουλία για τη δημιουργία του Μετώπου Αγώνα Σπουδαστών (ΜΑΣ), το οποίο αποτελεί τον οργανωτή της δράσης των σπουδαστών και των φοιτητών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τα μονοπώλια. Θα παίξει βασικό ρόλο στη συγκρότηση του ΑΑΔΜ, το οποίο υπό προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει στο Σοσιαλισμό. Το ΜΑΣ, μέσα στην καθημερινή δράση του, μέσα και έξω από τις σχολές θα συμβάλλει στην αναζωογόνηση του σπουδαστικού και φοιτητικού κινήματος, θα συμβάλλει στον απεγκλωβισμό νέων από τη λογική της άρχουσας τάξης.
Η ΚΝΕ μέσα στο ΜΑΣ διατηρεί την ιδεολογική και οργανωτική της αυτοτέλεια, τον πρωτοπόρο καθοδηγητικό της ρόλο. Είναι ο ιδεολογικός-πολιτικός διαφωτιστής ο οποίος μπολιάζει με την επαναστατική κοσμοθεωρία, την πάλη για τη νίκη της εργατικής τάξης, για το Σοσιαλισμό-Κομμουνισμό.
Γι’ αυτό πρέπει με όλες μας τις δυνάμεις, να δώσουμε τη μάχη για να ριζώσει και να καρποφορήσει το ΜΑΣ σε κάθε σχολή. Να παίξει το ρόλο που θέλουμε.
Όσον αφορά την Πανσπουδαστική ΚΣ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εκλογικός συνδυασμός στις σπουδαστικές και φοιτητικές εκλογές. Δεν μπορεί μια παράταξη να είναι οργανωτής της δράσης του σπουδαστικού κινήματος. Πρέπει να συμμετέχουν πολλοί περισσότεροι σπουδαστές, των οποίων η δράση δε θα ξεκινά και θα τελειώνει στις εκλογές, δεν θα έχουν ως μόνο στόχο την άνοδο των εκλογικών αποτελεσμάτων, αλλά θα είναι πάλη συνεχής για την παιδεία προς όφελος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Πάλη ενάντια στην επιχειρηματική δράση στις σχολές, ενάντια στα ιδεολογήματα που θέλει να περάσει η αστική τάξη στους νέους (ανταγωνιστικότητα, ατομισμός, μοιρολατρία, αυταπάτες για προσωρινές κατακτήσεις ). Σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να δρα το ΜΑΣ και η κάθε επιτροπή αγώνα μέσα και έξω από τις σχολές, με κινητοποιήσεις ενάντια στις συνθήκες και της Μπολόνια και της Λισαβόνα, σε καταδίκη της ΕΕ και των αποφάσεων, σε δράση για Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση αποκλειστικά Δημόσια και Δωρεάν, για όλους τους σπουδαστές. Για δράση που θα σημάνει την αντεπίθεση των νέων σπουδαστών και φοιτητών.
Δεν θα αφήσουμε πέτρα πάνω στην πέτρα. Έχουμε την πείρα και στο πλευρό του ταξικού μας σύμμαχου στο εργατικό κίνημα, το ΠΑΜΕ και της ΠΑΣΥ, στο αγροτικό, μπορούμε να ενισχύσουμε την πάλη για τη λαϊκή εξουσία-οικονομία, για το Σοσιαλισμό.
Δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Αδιέξοδα υπάρχουν εκεί όπου βασιλεύει η μοιρολατρία, η ηττοπάθεια, η αυταπάτη και η σύγχυση.
Δεν φτάνει η οργή και η αγανάκτηση. Το θέμα είναι πως αυτή η οργή και η αγανάκτηση θα γίνουν συνειδητή επιλογή λαϊκής αντίστασης και αντεπίθεσης που χτίζει τη διέξοδο και την προοπτική, το Σοσιαλισμό, την ανώριμα βαθμίδα του Κομμουνισμού.
Μπροστά στο 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ δεν θα μπορούσε να μην μας απασχολήσει το ζήτημα της γυναίκας και της νέας μητέρας ειδικότερα και με την επέτειο της γυναίκας, στις 8 Μάρτη.
Στην πορεία εξέλιξης, οι γυναίκες έχουν κατακτήσει με αγώνες πολλά δικαιώματα, κυρίως αστικά, νομικά και πολιτικά καθώς και το δικαίωμα στη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου της. Το καπιταλιστικό σύστημα όμως, επέφερε αστικούς εκσυγχρονισμούς και στη χρησιμοποίηση της γυναικείας εργατικής δύναμης.
Παρ’ όλη την εξέλιξη της κοινωνίας, η ζωή της γυναίκας δεν έχει αλλάξει σε τίποτα. Η γυναίκα στη σημερινή κοινωνία καλείται να αντεπεξέλθει με επάρκεια σε αρκετές υποχρεώσεις καθημερινά. Αφ’ ότου της δόθηκε η δυνατότητα εργασίας, χωρίς όμως να μπορεί να απαλλαγεί από το νοικοκυριό, την αποκλειστική ανατροφή των παιδιών, τη φροντίδα των υπερηλίκων, προστέθηκαν ακόμα περισσότερα προβλήματα στη ζωή της γυναίκας και της νέας μητέρας. Ο ελεύθερος χρόνος των γυναικών και ειδικότερα της μητέρας είναι πλέον ανύπαρκτος. Ας αναλογιστούμε την καθημερινότητα μιας μητέρας. Εργάζεται για να συμβάλλει στο οικογενειακό εισόδημα, τις περισσότερες φορές με ελαστικές μορφές εργασίας, χωρίς ασφάλιση, με ελάχιστα χρήματα. Παράλληλα φροντίζει τα παιδιά. Γυρίζοντας από τη δουλιά, συνεχίζει με τις δουλιές του σπιτιού και το νοικοκυριό. Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υπάρχει ελεύθερος χρόνος, αλλά και η αντοχή, ακόμα και για μια βόλτα.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα πόσες συντρόφισσες χάνονται από την Οργάνωση μόλις γίνουν μητέρες. Μην έχοντας ελεύθερο χρόνο, μένοντας για μεγάλο διάστημα εκτός δράσης, σιγά-σιγά, αποκόπτονται από την οργανωμένη ζωή. Τις περισσότερες φορές δεν είναι συνειδητή επιλογή αλλά υποχρεωτική. Για να αποφευχθούν αυτού του είδους οι διαρροές, καλό θα ήταν να μην αφήνονται οι νέες μητέρες ακαθοδήγητες, να τις καλούμε να βοηθήσουν όπου και όσο μπορούν. Ένα συχνό λάθος που κάνουμε είναι ότι βγάζουμε συμπεράσματα από μόνοι μας ότι δεν μπορούν πλέον να βοηθήσουν λόγω του νέου παιδιού. Βέβαια δεν θα πρέπει να φτάνουμε και στο άλλο άκρο. Χρειάζεται ιδιαίτερη και πολύμορφη μεταχείριση που να βασίζεται στο βασικό καθήκον ισχυροποίησης που βάζουν οι Θέσεις του ΚΣ, δηλαδή βαθιά αφομοίωση του σκοπού πάλης, του Σοσιαλισμού-Κομμουνισμού, ώστε να διαμορφώνουν αντοχή, να ατσαλώνονται, για συμβολή στην επαναστατική πάλη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Η ανυπαρξία επαρκών δημόσιων παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την καθημερινότητα της γυναίκας και του ζευγαριού. Εάν δεν υπάρχει η δυνατότητα φύλαξης των παιδιών από την οικογένεια, αναγκάζονται να στραφούν στους ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς, πληρώνοντας ως και 400 ευρώ το μήνα. Βέβαια το οικογενειακό εισόδημα μειώνεται ακόμα περισσότερο κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης και στη γέννηση του παιδιού. Τα έξοδα για τη γέννηση ενός παιδιού σήμερα ανέρχονται περίπου στα 4.000 ευρώ. Τα επιδόματα εγκυμοσύνης και λοχείας είναι ανύπαρκτα. Τα χρήματα που καλύπτονται από τον ασφαλιστικό φορέα είναι ελάχιστα. Βέβαια σημαντικό είναι και το ζήτημα της εργασίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι περισσότερες γυναίκες εργάζονται μέχρι λίγο πριν γεννήσουν. Οι άδειες εγκυμοσύνης είναι ελάχιστες. Επίσης πολλές γυναίκες δέχονται απειλές απόλυσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, δεν έχουν καμία καλύτερη μεταχείριση λόγω της κατάστασής τους. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι εργοδότες ζητάνε από τις γυναίκες να υπογράψουν χαρτί ότι δεν θα μείνουν έγκυες ή και δεν τις προσλαμβάνουν λόγω των παιδιών.
Όλα αυτά τα χρόνια διάφορες ψευδό-φεμινιστικές οργανώσεις, ασχολήθηκαν με την ισοτιμία της γυναίκας με τον άντρα, όχι ουσιαστικά, αλλά μόνο στα χαρτιά. Η ισοτιμία όμως της γυναίκας με τον άντρα, δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Όσο η γυναίκα και η μητέρα δεν είναι απαλλαγμένη από το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών του νοικοκυριού, όσο το μεγάλωμα και η φύλαξη των παιδιών δεν αποτελεί ευθύνη του κράτους, όσο η γυναίκα δεν έχει μόνιμη και σταθερή δουλιά, δωρεάν παροχές στην υγεία, όσο δεν έχει επαρκή ελεύθερο χρόνο, όσο συνεχίζει να ζει στο καπιταλιστικό σύστημα, τόσο θα αντιμετωπίζει όλο και πιο αυξημένα προβλήματα.
Το ΚΚΕ συνέβαλλε καταλυτικά, στην αποκάλυψη της ουσίας του γυναικείου ζητήματος και μίλησε για πραγματική ισοτιμία μεταξύ των δύο φύλων. Η γυναίκα και η μητέρα αποτελεί ιδιαίτερο κομμάτι της εργατικής τάξης. Δεν είναι όμως μια ξεχωριστή τάξη. Δεν είναι βιολογικά και πνευματικά κατώτερη, μπορεί να συμβάλλει το ίδιο αποτελεσματικά σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Αυτό όμως θα μπορέσει να το κάνει πράξη σε μια κοινωνία όπου μια σειρά ζητημάτων που αντιμετωπίζει στην καθημερινότητά της θα αποτελούν ευθύνη του κράτους. Σε μια κοινωνία όπου θα έχει μόνιμη και σταθερή δουλιά με ίσα δικαιώματα για άντρες – γυναίκες, όπου θα έχει δωρεάν υγεία, παιδεία. Αυτή η κοινωνία είναι ο Σοσιαλισμός – Κομμουνισμός. Για αυτή τη νέα κοινωνία θα πρέπει η κάθε γυναίκα, η κάθε μητέρα, στο πλάι της εργατικής τάξης, να παλέψει και να αγωνιστεί για πραγματική ισοτιμία. Να μην υποταχθεί στην αστική τάξη, στις κυβερνήσεις της, στην ΕΕ, που τη θέλουν υποταγμένη και κατώτερη, που την έχουν κάνει “μπαλάκι”, δίνοντας της ψεύτικες ελευθερίες και δικαιώματα χωρίς να την απελευθερώνουν από τα βασικά της προβλήματα. Σε αυτούς που βλέπουν την ισοτιμία να σταματά εκεί που απειλείται η κερδοφορία του κεφαλαίου.
Επειτα από τη δημοσίευση της απόφασης του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, συνεδρίου αντεπίθεσης και μπροστά στο 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ, η τέχνη πρέπει και αυτή με τη σειρά της να γίνει κομμάτι της γενικής προλεταριακής υπόθεσης, που θα τη βάζει σε κίνηση όλη η συνειδητή πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Να αποτελέσει αντίβαρο στον αστικό καλλιτεχνικό καριερισμό και ατομικισμό, τον “αρχοντικό” αναρχισμό και το κυνήγι του κέρδους, προβάλλοντας τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, αρχές που πρεσβεύει το ΚΚΕ, κάνοντάς τις πράξη με όσο το δυνατόν πλήρη και ολοκληρωμένη μορφή.
Απάντηση πρέπει να δοθεί σε όλα τα αστικά ιδεολογήματα που αρέσκονται να μιλούν για την “απόλυτη ελευθερία” του καλλιτέχνη, τα οποία δεν τον θεωρούν εργατική τάξη παρ’ όλο που έχει όλα τα χαρακτηριστικά για να εντάσσεται σε αυτήν. Επιχειρηματολογούν, τοποθετώντας τον καλλιτέχνη σε πεδίο έξω από τις κοινωνικές τάξεις ώστε να είναι ελεύθερος να εκφράσει την αντικειμενική αλήθεια. Εμείς οι κομμουνιστές πρέπει να πούμε ότι ο λόγος τους είναι μια υποκρισία. Σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην εξουσία του κεφαλαίου, που οι μάζες των εργαζομένων παράγουν τον πλούτο και τον καρπώνεται μια χούφτα ζάπλουτων παρασίτων που ζουν σαν κηφήνες, δεν μπορεί να υπάρχει ελευθερία και αυτό ισχύει και για την τέχνη. Είναι δηλαδή ο συγγραφέας ελεύθερος από τον αστό εκδότη του; Ακόμα, η φράση “απόλυτη ελευθερία” είτε είναι αστική είτε αναρχική (γιατί στην πράξη ο αναρχισμός είναι αστισμός γυρισμένος από την ανάποδη). Να ζεις μέσα α’ αυτήν την κοινωνία και να είσαι ελεύθερος δεν γίνεται. Και εμείς οι κομμουνιστές αυτήν την υποκρισία την ξεσκεπάζουμε, αντιπαραθέτοντας στην αστική τέχνη, την πραγματικά “ελεύθερη” τέχνη που είναι ανοιχτά συνδεδεμένη με το προλεταριάτο.
Και θα είναι πραγματικά ελεύθερη η τέχνη αυτή, γιατί εκείνο που θα στρατολογεί στις γραμμές τις νέες εμπνεύσεις και δυνάμεις, δεν θα είναι ούτε η ιδιοτέλεια, ούτε ο καριερισμός παρά οι ιδέες του Σοσιαλισμού-Κομμουνισμού. Η τέχνη αυτή θα απαλλαχτεί, θα είναι ελεύθερη από τους παραχορτασμένους ήρωες, διότι δεν θα εξυπηρετεί “τους μερικούς” της αφρόκρεμας που πλήττουν από την παχυσαρκία, αλλά την πλατιά μάζα του λαού και της εργατικής τάξης που αποτελεί τον ανθό της κοινωνίας, την δύναμη και το μέλλον της.
Το να κάνεις τέχνη, σημαίνει ότι κάνεις συνεχείς επιλογές. Εμείς οι κομμουνιστές πρέπει να πούμε, να διαλέγει ο καλλιτέχνης από τις επιλογές αυτές, εκείνες που ανταποκρίνονται στους πόθους, τις προσδοκίες και τις επιδιώξεις του Kόμματος και της εργατικής τάξης που αποτελεί το πιο πρωτοπόρο, το πιο επαναστατικό κομμάτι της κοινωνίας. Μας λένε: «Μα με αυτό ακριβώς δεσμεύετε τον καλλιτέχνη». Δεν δεσμεύει κάνεις τον καλλιτέχνη, αλλά την υποκειμενική του αυθαιρεσία. Η τέχνη δεν είναι κάτι το ατομικό. Και σε ό,τι αφορά τη γέννησή της και σε ό,τι αφορά την επίδρασή της είναι κάτι συλλογικό.
Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Να μελετήσει ο καλλιτέχνης τη σοσιαλιστική τέχνη και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Και αυτά να τα χρησιμοποιήσουμε ως γνώση και μέθοδο στο να βρίσκεται και να παρουσιάζεται η ταξική αλήθεια, καθώς δεν αρκεί μόνο η διάθεση γι’ αυτό το σκοπό. Ακόμα είναι απαραίτητες για όλους τους καλλιτέχνες οι γνώσεις της υλιστικής διαλεκτικής, της οικονομίας και της ιστορίας. Αυτό εμπλουτίζει την ιδεολογικοπολιτική μας μόρφωση και ακόμα στο να αποκτήσουμε κριτήριο της προοδευτικής και της καλής αισθητικά τέχνης που βασικά της γνωρίσματα είναι η λενινιστική θεωρία της αντανάκλασης, στην οποία οι καλλιτεχνικές φόρμες είναι η αντανάκλαση των πραγμάτων, των φαινομένων και γεγονότων του αντικειμενικού κόσμου, η οποία ξεσκεπάζει τις κάθε λογής υποκειμενικές αντιλήψεις. Η τέχνη, χρησιμοποιώντας ποικίλα μέσα και τρόπους δημιουργίας της καλλιτεχνικής μορφής, πρέπει να αποκαλύπτει την ουσία των απεικονιζόμενων γεγονότων, φαινομένων και χαρακτήρων, διατηρώντας στις γενικεύσεις της τον πλούτο των ατομικών γνωρισμάτων του αντικειμένου. Τέλος, η τέχνη αυτή πρέπει να είναι κατανοητή στην εξέλιξή της σαν αντανάκλαση του αντικειμενικού κόσμου. Η αληθινή τέχνη έχει τεράστια γνωστική, διαπαιδαγωγητική και ιδεολογικοαισθητική αξία, ικανοποιεί τις ανάγκες των μαζών, τις διαπαιδαγωγεί στο φως του πρωτοπόρου κοινωνικοαισθητικού ιδανικού του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Μάλιστα, όπως σωστά αναφέρουν οι θέσεις του 10ου Συνεδρίου της ΚΝΕ δεν πρέπει να χάνεται η πολιτιστική δουλιά από την πλευρά της διαπαιδαγωγητικής δουλιάς, όταν μάλιστα η Ιστορία του Κόμματος μας δείχνει ότι οι ιδέες και η δράση του ενέπνευσαν μεγάλους κομμουνιστές και συνεπείς αγωνιστές καλλιτέχνες, οι οποίοι με τη σειρά τους ενέπνευσαν νέους και νέες να μπουν στο κίνημα, να δράσουν και να συνδεθούν με την ΚΝΕ και το ΚΚΕ. Ακόμα η πολιτιστική καλλιέργεια δεν πρέπει να διαχωρίζεται από τη συνολική μορφωτική δουλιά, από τη μελέτη των κομματικών εντύπων και του μαρξιστικού βιβλίου.
Είναι σίγουρο ότι σήμερα χρειάζεται ρεαλιστική τέχνη να βρίσκεται δίπλα στο ταξικό εργατικό κίνημα, να δουλεύει τους παράγοντες ισχυροποίησης της ΚΝΕ, να εμπνέει με τα διδάγματά της. Να επιδιώκει να αποδώσει την πραγματικότητα, να την επηρεάσει, να την αλλάξει, πράγμα βέβαια αδύνατο χωρίς τη γνώση του μαρξισμού-λενινισμού. Η τέχνη πρέπει να είναι σοσιαλιστική και να βρίσκεται στο πλευρό του ΚΚΕ.
Μερικές σκέψεις για την παρέμβαση σε ζητήματα επιστημονικού αντικειμένου
Η εποχή που ζούμε ως εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό δεν χαρακτηρίζεται μόνο από το σάπισμα και την παρακμή του καπιταλισμού. Χαρακτηρίζεται επίσης, ως συνέπεια αυτού του σαπίσματος και της παρακμής, από το πέρασμα στην ανοιχτή αντίδραση, μια αντίδραση που εκφράζεται πολύμορφα. Σε αυτό το ζήτημα, ξεχωριστή θέση κατέχουν οι πνευματικές και “επιστημονικές” μορφές αντίδρασης ως όπλα επίθεσης στη συνείδηση της εργατικής τάξης και του λαού. Κύρια χαρακτηριστικά αυτής της επίθεσης είναι ο αντικομμουνισμός, ο ιδεαλισμός, η προβολή αστικών οικονομικών θεωριών. Κομβικό ρόλο σε αυτήν παίζει το πανεπιστήμιο, μαζί φυσικά με άλλους μηχανισμούς (αστικά ΜΜΕ, ιδρύματα κλπ.). Είναι αυτονόητο ότι είναι ανάγκη να οργανωθεί η ιδεολογική αντεπίθεση και μέσα στα πανεπιστήμια και για ζητήματα επιστημονικού αντικειμένου και ότι οι κομμουνιστές έχουν την ευθύνη να βρεθούν στην πρώτη γραμμή αυτής.
Ξεκινώντας, είναι επιβεβλημένο να αναδείξουμε σε τι μπορεί να βοηθήσει η παρέμβαση σε θέματα επιστημονικού αντικειμένου.
Κατ’ αρχάς, ανοίγεται η θέση μας σε έναν κόσμο έξω από εμάς. Αυτό το άνοιγμα της θέσης μπορεί να συσπειρώσει ακόμα περισσότερο κόσμο που κατανοεί την αξία μιας άλλης επιστήμης, που καταγράφει την αντικειμενική πραγματικότητα και υπηρετεί τα λαϊκά συμφέροντα. Συνακόλουθα, μπορεί να δημιουργηθούν σε χώρους εργασίας, όπως σχολεία, πανεπιστήμια, εστίες αντίστασης ενάντια στην επίθεση και έξω από εμάς, από ανθρώπους που μπορεί στα ακαδημαϊκά τους χρόνια να ήρθαν σε επαφή με τη θέση μας, ακόμα και από ανθρώπους που μπορεί σταδιακά να χάσαμε επαφή μαζί τους.
Ένα αναμφισβήτητο όφελος που μπορεί να προκύψει είναι η άνοδος του επιπέδου των συντρόφων ενός χώρου και η αφομοίωσή τους, μετά από τη μελέτη και ανάδειξη της θέσης μας για το επιστημονικό αντικείμενο της σχολής τους. Στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό έχουν γίνει κάποια βήματα τέτοιου χαρακτήρα, μετά τη δημιουργία της έντυπης έκδοσης “Ιστορική Αλήθεια” (μικρά καθώς το έντυπο ξεκίνησε το Νοέμβρη), που μας πείθουν να συνεχίσουμε σε τέτοια κατεύθυνση.
Ωστόσο, η διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει αμφίδρομα. Εκτός από το ατσάλωμα των συντρόφων, μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω αυτής της ενασχόλησης μια καλύτερη επεξεργασία και εμπλουτισμός των θέσεών μας. Αυτός ο εμπλουτισμός μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της εκδοτικής δουλιάς της Σύγχρονης Εποχής. Κάτι τέτοιο όμως, ας έχουμε υπ’ όψιν μας ότι προϋποθέτει σε βάθος μελέτη, καθώς και φροντίδα από τα καθοδηγητικά όργανα.
Λογικό είναι να μας απασχολήσει το ζήτημα των μορφών αυτής της παρέμβασης και του τρόπου εφοδιασμού της Οργάνωσης για αυτήν. Πολύ σωστά στις Θέσεις του ΚΣ της ΚΝΕ για το 10ο Συνέδριο αναδεικνύεται η ανάγκη πολύμορφης παρέμβασης της ΚΝΕ. Αυτή η πολυμορφία μπορεί να φτάσει τη θέση μας ακόμα πιο βαθιά στις μάζες.
Πρώτο μέτρο σε αυτή την κατεύθυνση είναι η καθιέρωση ιδεολογικών αχτίφ στη βάση με θέμα ζητήματα επιστημονικού αντικειμένου. Θα γίνουν έτσι βήματα στην αντιμετώπιση του φαινομένου να μη γνωρίζουν οι σύντροφοι την επιστημονική αντιπρόταση μας στη σχολή.
Χρήσιμο θα ήταν να εκδοθεί εφημερίδα σε όποιους χώρους είναι δυνατό. Κύρια αποστολή αυτής θα είναι η διάδοση της επιστημονικής μας θέσης. Μπορεί φυσικά να ανοίγει και άλλα ζητήματα (συγγράμματα κλπ.). Αν και πρέπει να ορίζονται υπεύθυνοι για την έκδοση, πρέπει να μπαίνει σε κίνηση το σύνολο των συντρόφων του χώρου. Στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό έχουν γίνει προσπάθειες με την έκδοση της “Ιστορικής Αλήθειας”, που παρά τις δυσκολίες που έχουν εμφανιστεί σχετικά με τη σταθερή κυκλοφορία γίνονται βήματα για τη βελτίωσή του.
Η πραγματοποίηση εκδηλώσεων μπορεί να είναι σημαντικό όπλο σε αυτήν την κατεύθυνση. Η εκδήλωση μπορεί να έχει το χαρακτήρα ομιλίας, σύσκεψης ή αντιμαθήματος.
Πρωτεύουσα σημασία στο ζήτημα που πραγματευόμαστε έχει η έρευνα στα πανεπιστημιακά εγχειρίδια και η παρουσία στα μαθήματα. Αυτή η γνώση μπορεί να πείσει ακόμα περισσότερο τους συντρόφους του χώρου για την ορθότητα της θέσης μας (αντιεπιστημονικότητα παρεχόμενης γνώσης) και για αναγκαιότητα της επιστημονικής μας αντιπρότασης. Αντιπαράθεση μπορεί να γίνει δημόσια μέσω της έντυπης έκδοσης (όπως υπάρχει τέτοιος σχεδιασμός για το επόμενο διάστημα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό). Μέτρο σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι ο ορισμός ενός συντρόφου ως υπευθύνου για αυτή τη δουλιά. Είναι ανάγκη όμως, να έχει σε αυτό το καθήκον στο πλευρό του όλους τους συντρόφους του χώρου που θα τον ενημερώνουν ο καθένας για τα συγγράμματα και τις παρακολουθήσεις του.
Επιπροσθέτως, πρέπει να εξεταστεί η αξιοποίηση μελών ΔΕΠ που συσπειρώνονται μαζί μας σε διάφορες πρωτοβουλίες που θα παρθούν από την ΚΝΕ και το Κόμμα.
Τελευταίο, μα όχι λιγότερο σημαντικό, είναι η βελτίωση της επαφής των μελών της ΚΝΕ και του Κόμματος με το βιβλίο, καθήκον που μπαίνει και από τις Θέσεις.
Θα πρέπει φυσικά να μας απασχολήσουν οι ιδιαιτερότητες κάποιων χώρων και να τις λάβουμε υπ’ όψιν μας.
Είναι ανάγκη να έχουμε υπ’ όψιν μας σε κάθε σχολή ποιος είναι ο πυρήνας της ιδεολογικής διαπάλης και να πορευόμαστε έχοντάς τον κατά νου. Για παράδειγμα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό στο επίκεντρο πρέπει να μπει ο Ιστορικός Υλισμός και η πάλη με τον Ιστορικό Αναθεωρητισμό.
Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω πως κάποιοι χώροι πρέπει να ιεραρχηθούν ως χώροι προτεραιότητας στην παρέμβαση σε επιστημονικά ζητήματα χωρίς να παραμεληθούν οι υπόλοιποι. Αυτή η ιεράρχηση προκύπτει από τις ανάγκες της πολιτικής δουλιάς. Τέτοιοι χώροι είναι κατά κύριο λόγο οικονομικά τμήματα, όπως και φιλοσοφικά, ιστορικά, πολιτικών επιστημών και άλλα τμήματα.
Κλείνοντας, θέλω να ευχηθώ κάθε επιτυχία στις εργασίες του 10ου Συνεδρίου της ΚΝΕ.
Τα αντιλαϊκά μέτρα είναι προαποφασισμένα, η κρίση είναι πρόσχημα για περαιτέρω χτυπήματα στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης. Προϋπόθεση της ισχυροποίησης του λαϊκού κινήματος αποτελεί το δυνάμωμα της Οργάνωσής μας, η οποία καλείται να μάχεται στο πλάι του Κόμματος, και να συμβάλλει στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης, ώστε πλατύτερα τμήματα της νεολαίας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας να κατανοήσουν πως μόνο μέσα από το Σοσιαλισμό-Κομμουνισμό η εργατική τάξη θα βρει τη λύση στα προβλήματά της. Είναι αναγκαίο να τονιστεί πως η ΚΝΕ μέσα από τη δράση της μπορεί να συσπειρώσει τη νεολαία σε αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική κατεύθυνση έτσι ώστε χιλιάδες νέοι οι οποίοι έχουν κυριευτεί από φόβο και αβεβαιότητα για το μέλλον να συνειδητοποιήσουν πως ο καπιταλισμός θυσιάζει όλες μας τις ανάγκες στο βωμό του κέρδους, και πως η οργή της νεολαίας πρέπει να μετατραπεί σε συνειδητή συλλογική πάλη. Οι απαιτήσεις των καιρών είναι πολλές, ο αντικομμουνισμός οξύνεται μέσα στα σχολεία και η εργατική νεολαία γίνεται ευάλωτη στην προπαγάνδα των αστών. Δεν είναι μόνο τα βιβλία που καλλιεργούν τον αντικομμουνισμό, άλλα και οι ίδιοι οι καθηγητές ειδικότερα στο ΓΕΛ Άνοιξης είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Τόσο συγκεκριμένη καθηγήτρια, η οποία κάνει ξεκάθαρη προπαγάνδα του ΠΑΣΟΚ, όσο και ο λυκειάρχης, ο οποίος απαγόρευσε να διαβαστεί στην ώρα της προσευχής η ανακοίνωση του ΣΑΣΑ για την απεργία στις 5/3 λέγοντας πως δεν είναι νομικά αναγνωρισμένο ως συνδικαλιστικό όργανο των μαθητών και πως τα παιδιά δεν πρέπει να ασχολούνται με την πολιτική. Ακόμη και εν ώρα μαθήματος έχει ειπωθεί πως η ΕΣΣΔ “κατέρρευσε” επειδή προέβαλε τον αθεϊσμό. Ολα αυτά καλούμαστε να τα αντιμετωπίσουμε και να μην επιτρέψουμε στους υπερασπιστές της αστικής προπαγάνδας να μας αποδυναμώσουν, να μας αποτρέψουν από το να κάνουμε συζήτηση με τους συμμαθητές μας ή να παίρνουμε ενεργό μέρος στα 5μελή και 15μελή του σχολείου μας. Πρέπει να σπάσουμε αντιλήψεις όπως πχ «σωστά είναι αυτά που λες, άλλα θα ήταν καλύτερα αν δεν ήσουν στην ΚΝΕ» και να εξηγήσουμε oτι ο λόγος που εκφράζουμε σωστές απόψεις και είμαστε στην πρώτη γραμμή είναι αυτό ακριβώς το ότι είμαστε μέλη της ΚΝΕ. Όμως για να απαντήσουμε στον αντικομμουνισμό το πρώτο μέλημά μας θα πρέπει να είναι η γνώση της ιστορίας του Κόμματος, η επαφή με το μαρξιστικό βιβλίο, η αφομοίωση της επαναστατικής θεωρίας και η καθημερινή μελέτη του “Ριζοσπάστη” και του “Οδηγητή”. Κατά την άποψη μου πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βάση σ’ αυτό, γιατί πολλοί σύντροφοι είτε λόγω έλλειψης χρόνου, είτε λόγω άλλων δυσκολιών παραμελούν την κομματική μελέτη. Αν δεν διαβάζουμε, δεν μπορούμε όχι μόνο να επιχειρηματολογήσουμε και να γίνουμε πειστικοί άλλα και να βοηθήσουμε στη συγκέντρωση δυνάμεων στην πάλη για το Σοσιαλισμό. Επίσης, εμείς οι ίδιοι γεμίζουμε αμφιβολίες και γινόμαστε πιο ευάλωτοι απέναντι στην αστική προπαγάνδα. Είναι ζωτικής σημασίας λοιπόν να τονιστεί, πως ο αντίπαλος έχει πολλούς έντεχνους τρόπους για να περάσει στην εργατική τάξη την πολιτική του, ενώ εμείς πρέπει να γινόμαστε καθημερινά καλύτεροι, να παρεμβαίνουμε και να γνωστοποιούμε τις θέσεις μας. Η γνώση της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας λοιπόν αποτελεί προϋπόθεση για ισχυροποίηση. Όσο για τη στρατολογία ποτέ δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είμαστε αρκετοί ή ότι είμαστε ευχαριστημένοι. Κάθε μέρα με το κομματικό υλικό στο χέρι ενάντια σε προκαταλήψεις πρέπει να στεκόμαστε δίπλα στη νεολαία και να την καλούμε να αγωνιστεί μέσα απ’ τις γραμμές μας. Το “λάθος” που κάνουμε και που πολλές φορές μας κρατάει πίσω είναι το γεγονός πως πολλές φορές χαρακτηρίζουμε άτομα, είτε τα υποτιμάμε, έτσι δεν ανοιγόμαστε αφού πιστεύουμε πως δεν είναι ικανοί να μας καταλάβουν. Με αυτή τη λογική όμως περιορίζουμε την απήχησή μας και ποτέ δεν ερχόμαστε πραγματικά κοντά στο χώρο δράσης μας.
Με την ευκαιρία συμμετοχής μου στον Προσυνεδριακό Διάλογο, χαιρετίζω το 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ.
Σε μια εποχή, όπου οι προτάσεις που προβάλλονται για τον πολιτισμό, ως οι μόνες “ρεαλιστικές”, είναι εκείνες που διατείνονται ότι όχι μόνο λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τη σύγχρονη πολιτικοοικονομική πραγματικότητα αλλά υπαινίσσονται και ότι η αποδοχή αυτών θα μας απελευθερώσει από το αδιέξοδο της “αντιπαραγωγικής” απομόνωσης, δημιουργώντας τις συνθήκες για μια ουσιαστική συμμετοχή μας στο διεθνές καλλιτεχνικό γίγνεσθαι, είναι και αυτές που στην πραγματικότητα εισηγούνται διαχειριστικά αιτήματα, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, διατυπωμένα σε μια γλώσσα που ανήκει στο χώρο του μάνατζμεντ και όχι σε αυτόν της τέχνης. Παράλληλα, οι εκφραστές τέτοιων απόψεων υπερθεματίζουν τα περί μυστηριακών ιδιοτήτων της ανθρώπινης ψυχής, από όπου δήθεν πηγάζει η τέχνη, ή από το έμφυτο αίσθημα του ωραίου, ή από την έμπνευση κάποιων εκλεκτών. Από τη μία δηλαδή εισάγουν τον αστικό εργαλειακό ορθολογισμό της διαχείρισης και από την άλλη επικαλούνται το μεταφυσικό στοιχείο της τέχνης που εκφράζει τη δήθεν απελευθέρωση. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές, για την περίπτωση της τέχνης, η επεξεργασμένη παρέμβαση του ανορθολογισμού και της μεταφυσικής που γίνεται λόγος στην παράγραφο 13, σελ. 26 των θέσεων.
Στην πραγματικότητα, η εξήγηση προέλευσης της τέχνης οφείλει να αναζητείται στην ίδια την κοινωνική ζωή. Η τέχνη αναπτύσσεται κάτω από την επίδραση του ταξικού αγώνα, των κάθε λογής ιδεολογικών ή πολιτικών επιρροών. Στην ταξική κοινωνία οι αισθητικές καλλιτεχνικές αντιλήψεις, όπως και οι άλλες ιδεολογικές μορφές έχουν ταξικό χαρακτήρα. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού που συνοδεύεται από την αποσύνθεση, την κατάπτωση, τον εκφυλισμό της αστικής ιδεολογίας και της αστικής τέχνης, οι παραπάνω διαχειριστικές ιδέες που αναφέραμε και η σύγχρονη αστική τέχνη είναι διοχετευτές αντίδρασης και παραπλάνησης με σκοπό να σπάσουν τη θέληση των εργαζομένων στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, να τους αποτραβήξουν από τα φλέγοντα επιτακτικά καθήκοντα του αγώνα για το σοσιαλισμό.
Έτσι, ως προς την παράγραφο 7, σελ. 19 όπου γίνεται λόγος και για την «ανάγκη συμμετοχής της πολιτιστικής μόρφωσης στη συνολική διαπαιδαγωγητική δουλιά», υπογραμμίζω ότι στο ξεπέρασμα του οικονομισμού και του ιδεαλιστικού βολονταρισμού, της μεταφυσικής συμμετέχει ο τομέας του πολιτισμού ως τομέας επιρροής της ιστορικής εξέλιξης, ως ανοιχτό πεδίο σύγκρουσης της εργατικής και της αστικής τάξης. Στο πεδίο αυτό σύγκρουσης, όπου ο εξουσιαστικός ρόλος της αστικής τάξης εξασφαλίζεται μέσω της ιδεολογικής παρέμβασης στην τέχνη με την ψυχαγωγία που προβάλλει, οφείλουν να λάβουν χώρα τα “άλλα πρότυπα” για τα οποία κάνουμε λόγο στις Θέσεις παράγραφος 19, σελ. 38, τα οποία να επιτρέπουν τη διαδικασία της ερμηνείας, της κριτικής, του αναστοχασμού. Πρότυπα που αναδεικνύουν την ουσία των φαινομένων της κοινωνικής πραγματικότητας και προβάλλουν ως αντανάκλαση των φαινομένων της ζωής. Η επεξεργασία αυτών θα ανεβάσει την ποιότητα στην πολιτική και ιδεολογική δουλιά μας, καθώς όπως έλεγε ο Μαρξ, «τα έργα των Άγγλων ρεαλιστών του 19ου αιώνα αναδείκνυαν τις πολιτικές και κοινωνικές αλήθειες του κόσμου περισσότερο από ότι όλοι οι αστοί πολιτικοί και φιλόσοφοι μαζί».
Η τέχνη λοιπόν που προβάλλουμε σαφώς δεν μπορεί να περιγραφεί απλά ως ένα μέσο ποιοτικής ψυχαγωγίας, αλλά πρέπει να συμπορευθεί στον αγώνα για εξουσία. Παράλληλα όμως πρέπει να αποφευχθεί η μηχανιστική ταύτιση των καλλιτεχνικών επιτευγμάτων με τις άλλες ιδεολογικές δουλιές της Οργάνωσης. Στον τομέα αυτό είναι απολύτως απαραίτητο να υπάρχει επιπλέον χώρος προσωπικής πρωτοβουλίας και εξατομικευμένων ροπών-τάσεων, χώρος για σκέψη και φαντασία, ενθαρρύνοντας παράλληλα τη διαδικασία επινόησης νέων μορφών έκφρασης που αντιστοιχούν σε σύγχρονο περιεχόμενο. Το ρόλο αυτό μπορεί να παίξει το πολιτιστικό εργαστήρι παράγραφος 19, σελ. 38, το οποίο πρέπει να συγκροτηθεί από καλλιτέχνες και θεωρητικούς των διαφόρων τεχνών. Οι ομάδες χορού, τραγουδιού και θεάτρου, να δουλεύουν όχι μόνο ανεξάρτητα αλλά και σε συνεργασία, όχι απλά βοηθώντας η μία την άλλη, αλλά επιδιώκοντας να παράγουν και μαζί καλλιτεχνικά θεάματα με προοδευτικό περιεχόμενο επινοώντας νέες φόρμες στην τέχνη.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ενισχύσουμε συνολικά την ερασιτεχνική τέχνη, που αντιτίθεται στον αστικό καλλιτεχνικό καριερισμό και ατομικισμό, στο κυνήγι του πλουτισμού. Την εθελοντική και αυθόρμητη τέχνη, που εναλλάσσει πομπούς και δέκτες και με τον τρόπο αυτό γίνεται απευθείας κομμάτι της γενικής υπόθεσης της εργατικής τάξης, της υπόθεσης του αγώνα για το σοσιαλισμό.
Τέλος, ως προς την εφημερίδα μας, τον “Οδηγητή”, πρέπει να πω ότι οφείλει να συμπεριληφθεί στον πολιτισμικό αγώνα με περισσότερες και πιο επιστημονικές αναλύσεις του περιεχομένου έργων τέχνης ή καλλιτεχνικών θεαμάτων, με κριτική της δομής τους και την ένταξή τους στη λογική και επίκαιρη κοινωνική, πολιτική και οικονομική κατάσταση, στη διαλεκτική δηλαδή σχέση παραγωγής και πρόσληψης.
Η πολιτισμική συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης, δηλαδή η πολιτισμική απεξάρτηση από την αστική τάξη, είναι παράλληλα επεξεργασία του περιεχομένου της δικής της κοσμοθεωρίας. Εμπλουτίζοντας λοιπόν τον “Οδηγητή” με περισσότερα άρθρα που αφορούν στον πολιτισμό, θα βοηθήσουμε στο να «αποκρουστούν οι κοσμοπολίτικες αντιλήψεις του ιμπεριαλισμού» για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 4, σελ. 15 και θα «καλλιεργηθεί η αντίσταση και η αντεπίθεση στον τομέα των ιδεών», παράγραφος 8 , σελ. 21.
Τα παιδιά των εργατικών λαϊκών οικογενειών, χαιρετίζουμε το 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ, με πίστη και αισιοδοξία για τα ιδανικά και τους στόχους πάλης, όπως προσδιορίζονται από τις Θέσεις του Συνεδρίου, όπως επιτάσσει η ίδια η ζωή. Η συμβολή της νεολαίας στο 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ, οφείλει να λάβει χαρακτηριστικά πλήρους προσδιορισμού των αναγκών και των ταυτόχρονων εμποδίων, που προτάσσει ο καπιταλισμός, για την κάλυψή τους. Με βάση την ίδια μας τη ζωή, τη δική μας και των οικογενειών μας, μετουσιώνουμε την εμπειρία των τεσσάρων χρόνων, που μεσολάβησαν από το 9ο Συνέδριο, σε σχέδιο και στόχους πάλης, τέτοιο που να διαπνέει και να πατάει στις σύγχρονες και οξυμένες απαιτήσεις των καιρών. Ισχυροποιημένη να βγει η Οργάνωσή μας, η ΚΝΕ, μέσα από την προσυνεδριακή εσωοργανωτική συζήτηση. Με την απόφαση του 10ου Συνεδρίου της ΚΝΕ, παράλληλα και ταυτόχρονα, με αυτή του 18ου Συνεδρίου του Κόμματος, η ΚΝΕ -ως νεολαία της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης- να σταθεί φάρος για τα παιδιά των εργατικών λαϊκών οικογενειών, να πρωτοστατήσει στις μάχες που έρχονται.
Η λαϊκή οικογένεια, υπό το βάρος της εξουσίας των μονοπωλίων, έχει κλιθεί πολλές φορές να πληρώσει το μάρμαρο, τώρα για την κρίση, τα προηγούμενα χρόνια για το φαγοπότι του μεγάλου κεφαλαίου. Στη φύση του καπιταλισμού είναι να γεννά αδιέξοδα, τα οποία φορτώνεται η εργατική τάξη και τα σύμμαχα λαϊκά στρώματα. Ανεργία, χαμηλοί μισθοί, ανατιμήσεις στα είδη λαϊκής κατανάλωσης, κάθε πτυχή της ζωής της εργατικής τάξης βάλλεται σε βαθμό τέτοιο, που να αδυνατεί -συν τοις άλλοις- να στηρίξει τις σπουδές των παιδιών της. Τα χρέη και οι υποχρεώσεις ωθούν ολοένα και περισσότερους φοιτητές, να βγουν στην αγορά εργασίας, προς στήριξη του οικογενειακού εισοδήματος, από τα πρώτα κιόλας έτη των σπουδών τους.
Οι προσδοκίες και οι κόποι των γονιών μας για ένα καλύτερο μέλλον, με την απόκτηση ενός πτυχίου, δεν εκπληρώνονται, καθώς δυσχεραίνεται η απόκτησή του. Βέβαια, με τις ρυθμίσεις που προωθούνται, εντατικά πλέον, για την ενίσχυση της Δια Βίου Μάθησης, το πτυχίο έχει χάσει τόσο στην απόκτηση του επιθυμητού επιπέδου γνώσης, όσο και την αξία του στην παραγωγή. Η γνώση, καθώς μεταφέρεται από το προπτυχιακό επίπεδο “των πολλών” στο μεταπτυχιακό, γίνεται προνόμιο “των λίγων”, όσων δηλαδή αντέχουν το οικονομικό βάρος. Η καθημερινότητα καταδεικνύει, με κάθε λεπτομέρεια, το ασυμβίβαστο των σπουδών, με την αναγκαία για την επιβίωση εργασία. Τα φοιτητικά χρόνια προσφέρονται για την εμβάθυνση στην επιστήμη, μέσω της καθημερινής ενασχόλησης με το αντικείμενο, τη σχολαστική παρακολούθηση των μαθημάτων, την επαφή με το διδάσκοντα, τη βιβλιογραφία, το εργαστήριο.
Οι συνθήκες που επικρατούν είναι τέτοιες, ώστε για έναν εργαζόμενο φοιτητή, οι σπουδές να παίρνουν χαρακτήρα απαγορευτικά αποσπασματικό. Και αποτελεί απαγορευτικό τέτοιο, ωθούμενο από τις κυβερνήσεις της πλουτοκρατίας, εμβόλιμα, χέρι με χέρι με την ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης. Αιχμή των επιδιώξεων και των ενεργειών της πλουτοκρατίας, είναι η θεσμοθέτηση παιδείας τέτοιας, που θα αφήνει στην αμάθεια τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών, σε αντίθεση με τα δικά της, με στόχο το απάνθρωπο αυτό εκμεταλλευτικό σύστημα, να διαιωνίζει τους μηχανισμούς του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σχολή που φοιτώ, η Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, όπου οι περισσότεροι συνάδελφοί μου απασχολούνται σε ιδιαίτερα μαθήματα και σε κάποιες περιπτώσεις, ως καθηγητές σε φροντιστήρια. Εργασιακή περιπλάνηση, μαύρη εργασία είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της κατάστασης που επικρατεί. Αν σταθεί κάποιος συνάδελφός μου τυχερός, θα τον ασφαλίσει το φροντιστήριο που δουλεύει, όχι βέβαια ως καθηγητή, αλλά είτε ως γραμματέα, είτε ως καθαρίστρια, αφού -χωρίς πτυχίο- άδεια ασκήσεως επαγγέλματος δεν έχει. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι εργάσιμες ώρες είναι τόσο λίγες, που δεν συμπληρώνονται τα ένσημα για την έκδοση βιβλιαρίου υγείας ή για την είσπραξη, το καλοκαίρι, του επιδόματος από το ταμείο ανεργίας.
Από την άλλη, για τους συναδέλφους μου, που απασχολούνται σε ιδιαίτερα μαθήματα και αντιμετωπίζουν σε ανάλογο βαθμό την αβεβαιότητα και τη μαύρη εργασία, τους είναι δύσκολο να δραστηριοποιηθούν. Η δουλιά αυτή δεν παρέχει –αντικειμενικά- συνθήκες, που να συνδέονται με τη συναδελφικότητα ή με την αγωνιστική στάση, που διατηρεί ένας εργαζόμενος απέναντι στην εργοδοσία. Τα χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει η δράση του αγωνιστή καθηγητή, σε αυτή την περίπτωση, έχουν να κάνουν με το παράδειγμα και τη διαπαιδαγώγηση του νέου μαθητή. Ο καθηγητής, ως παιδαγωγός, οφείλει να αποκαλύπτει το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα, που καλλιεργεί από μικρή ηλικία την ατομική λύση, την αδιαφορία και την υποταγή και να διαμορφώσει τον άνθρωπο, έτσι όπως του πρέπει. Με τα χαρακτηριστικά εκείνα, που θα προάγουν το ανυπότακτο πνεύμα, την αγωνιστική στάση ζωής και που σε κάθε πτυχή, θα μπαίνει στην καθημερινότητα η διέξοδος, ο άλλος δρόμος στον οποίο θα είναι προτεραιότητα ο άνθρωπος και όχι τα κέρδη των καπιταλιστών.
Ταυτόχρονα, πλήττεται η μαχητικοποίηση των εργαζόμενων φοιτητών, που είναι αποκομμένοι από τη σχολή και τις σπουδές τους, από τις συλλογικές αποφάσεις του φοιτητικού τους συλλόγου, τα τμήματα, από κάθε πτυχή της φοιτητικής ζωής, που μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσει την ταξική συνείδηση ενός φοιτητή. Όντας με το ένα πόδι στο μεροκάματο και με το άλλο στην αγχωτική διεκπαιρεωτική φάση της απόκτησης του πτυχίου, δυσκολεύονται να χτίσουν αγωνιστικούς δεσμούς, με τους συναδέλφους τους, τόσο στη δουλιά όσο και στη σχολή. Ζωή λάστιχο, δηλαδή, που αποτελεί τροχοπέδη σε κάθε έννοια συλλογικής δράσης, στη βάση των αξιώσεων της ζωής ενός εργαζόμενου φοιτητή.
Από τις ανάγκες της τάξης μας, λοιπόν, τους κόπους των εργατών γονιών μας, που μοχθούν για να μεγαλώσουν επιστήμονες, με στόχο την εξύψωση της ζωής του λαού και όχι για τα κέρδη των καπιταλιστών, οφείλουμε να αντλούμε τα συμπεράσματά μας, για το καθήκον που μας επιτάσσουν οι καιροί. Καμία επανάπαυση για τους φοιτητές που προέρχονται από λαϊκές οικογένειες, καμία ανοχή στον εκφυλισμό του φοιτητικού κινήματος. Ψηλά το κεφάλι με το ΜΑΣ στις σχολές και με το ΠΑΜΕ στους χώρους δουλιάς. Η συστράτευση της σπουδάζουσας νεολαίας με την εργατική τάξη και τα σύμμαχα λαϊκά στρώματα, να έρθει ως απάντηση-επίθεση στο εκμεταλλευτικό αυτό σύστημα, που πνίγει τις ανάγκες μας και καταδυναστεύει τις δυνατότητές μας.
Ως Οργάνωση μαζί με όλες τις μάχες έχουμε χρέος να δώσουμε και τη μάχη στο μέτωπο του πολιτισμού. Συχνά, εξαιτίας κυρίως των πολιτικών εξελίξεων που τρέχουν, παραμελούμε τον πολιτισμό. Πρέπει από δω και πέρα να τον εντάξουμε στην καθημερινή μας δράση, αφού μας βοηθάει να προσεγγίζουμε τον κόσμο και να προβάλλουμε τη θέση μας γι’ αυτόν, αλλά και να τον συνδέουμε με τον άλλο δρόμο ανάπτυξης, το Σοσιαλισμό, στον οποίο η τέχνη θα είναι από τον άνθρωπο, από το λαό για τον άνθρωπο, για κάθε άνθρωπο. Ο καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστος με τον πολιτισμό, τον βλέπει σαν μέσο εξωραϊσμού της ιδιωτικής ζωής των καπιταλιστών (δεν είναι τυχαίο που η υψηλής αισθητικής τέχνη πχ Μέγαρο Μουσικής, θέατρο κλπ δεν είναι για το πορτοφόλι του εργάτη και μπορούν να την απολαμβάνουν λίγοι) ή σαν μέσο εμπορίου και αποκόμισης κέρδους και ιδιαίτερα στις μέρες μας, σαν μέσο αποπροσανατολισμού των λαϊκών μαζών, επίδραση στην προσωπικότητα του ανθρώπου, περιορισμένη και μονόπλευρη ανάπτυξή της. Ο καπιταλισμός θέλει τον εργαζόμενο ένα ακόμη γρανάζι της μηχανής που δουλεύει, αλλοτριωμένο, απαίδευτο και απολίτιστο, απάνθρωπο και χωρίς να δείχνει κανένα ενδιαφέρον για συμμετοχή σε κοινωνικούς αγώνες. Επιδιώκει, λοιπόν, να αποϊδεολογικοποιήσει την τέχνη και να την κάνει μέσο αποπροσανατολισμού και συσκότισης των μαζών και να ενθαρρύνει τη φτηνή ψυχαγωγία που δεν ανυψώνει τον άνθρωπο πνευματικά. Ούτε λόγος για κρατικές υποδομές που θα ωθήσουν τον άνθρωπο στην ενασχόληση με μια δραστηριότητα, αντιθέτως το σύστημα δεν αφήνει ούτε καν ελεύθερο χρόνο στο νέο, κυρίως μαθητή ή εργαζόμενο να ασχοληθεί με κάποια πολιτιστική δραστηριότητα. Έτσι, ο νέος καταφεύγει σε χαμηλής αισθητικής ποιότητας εκτόνωση που προσφέρουν η τηλεόραση και τα κέντρα νυχτερινής διασκέδασης. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε στους νέους πως στον καπιταλισμό ο πολιτισμός δεν θα φτάσει ποτέ στην ακμή του, δεν θα δημιουργηθούν μαζικά έργα ανθρωποκεντρικά. Η μαζική κουλτούρα του καπιταλισμού προβάλλει τον ατομισμό, τα ναρκωτικά σαν κοινωνική λύση, καλλιεργεί την αδιαφορία για τα κοινωνικά προβλήματα.
Όπως, λοιπόν, επισημαίνουν οι Θέσεις του 10ου Συνεδρίου είναι απευθείας ιδεολογική παρέμβαση στη νεολαία και γι’ αυτό εμείς πρέπει να της δώσουμε την απαραίτητη σημασία και να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα του πολιτισμού κυρίως πολιτικά. Μέσα από εκδηλώσεις, εκθέσεις, συναυλίες, διαλέξεις και συζητήσεις προβάλλοντας τον άλλο δρόμο ανάπτυξης, τα σοσιαλιστικά πρότυπα για τον άνθρωπο, την ανάγκη να δημιουργηθούν κρατικά πολιτιστικά κέντρα και να διοργανώνονται εκδηλώσεις κατάλληλες για την τσέπη οποιουδήποτε εργαζόμενου και τη οικογένειάς του. Κάθε οργάνωση μπορεί να δημιουργήσει μια ομάδα για τον πολιτισμό, που θα αξιοποιεί τη συμβολή της ΕΣΣΔ στον πολιτισμό, την ιστορία του Κόμματος, εκδόσεις ποιημάτων και λογοτεχνίας της Σύγχρονης Εποχής, τις προτάσεις του “Οδηγητή” και του “Ριζοσπάστη”, όπως και τη δουλιά καλλιτεχνών που στάθηκαν στο πλευρό της εργατικής τάξης και του λαού με την τέχνη και τη ζωή τους συνολικά. Να δώσουμε ώθηση στην ερασιτεχνική δημιουργία, διοργανώνοντας συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις με νέους φοιτητές, μαθητές ή εργαζομένους που ενδιαφέρονται. Η δράση μας στο Μέτωπο του πολιτισμού να μην περιορίζεται στο Φεστιβάλ. Παίρνοντας τέτοιες πρωτοβουλίες θα βελτιωθεί σημαντικά η ποιότητα του Φεστιβάλ μας και θα αυξηθεί το κύρος του, κυρίως στην επαρχία. Ακόμη και μια πολιτική εκδήλωση, όπως αυτές που διοργανώνουμε αυτή την περίοδο για τις θέσεις του 10ου Συνεδρίου είναι καλό να συνοδευτεί από μια πολιτιστική εκδήλωση. Εκστρατείες ενημέρωσης για κάποιο συλλαλητήριο, για τη δράση του Μετώπου Αγώνα Σπουδαστών με ζωντανή μουσική ή κάποια έκθεση μπορούν να μας βοηθήσουν να προσεγγίσουμε ευκολότερα μια μερίδα κόσμου, να ξεφύγουμε από την προβληματολογία και να δημιουργήσουμε αγωνιστικό κλίμα. Οι σύντροφοι είναι καλό να συμμετέχουν σε πολιτιστικούς συλλόγους στις πόλεις ή στις σχολές τους και οι μαθητές να συμμετέχουν στις σχολικές εκδηλώσεις για να παρεμβαίνουμε όσο το δυνατόν καλύτερα σ’ αυτούς τους χώρους. Πρέπει να είμαστε σε θέση να δώσουμε τη μάχη ενάντια στη μαζική κουλτούρα του καπιταλισμού, που μας θέλει αποχαυνωμένους μπροστά σε μία τηλεόραση, από κάθε μετερίζι.
Μέλος ΤΣ Πολυτεχνείου Ξάνθης
Με το 10° Συνέδριο της ΚΝΕ, ξεκινάμε μια πορεία που ανεβάζει τις δυνατότητες της Οργάνωσης, στην υπόθεση να κερδηθεί πλατιά η νεολαία της πατρίδας μας με την πολιτική του ΚΚΕ. Η αισιοδοξία αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι στα χέρια μας έχουμε ακόμα ένα όπλο, την Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ Για το Σοσιαλισμό. Είναι από μόνο του αισιόδοξο το γεγονός ότι με περισσότερο θάρρος πλέον ανοίγουμε τη συζήτηση για το στρατηγικό μας στόχο, μας πάει συνολικά ένα βήμα παραπάνω στη δράση και την παρέμβασή μας.
Είναι ευθύνη της ΚΝΕ να εξηγηθεί γιατί γίνεται αυτή η προσπάθεια τη δεδομένη στιγμή. Δεν ανακαλύψαμε τώρα το Σοσιαλισμό, μα είναι μια συζήτηση που γίνεται σε ένα ώριμο στάδιο, μετά από μια χρονική απόσταση από τη νίκη της αντεπανάστασης το 1989-1991, ακολουθεί μια πλούσια συζήτηση που έγινε όλα αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα και διεθνώς. Ακόμα είναι μια συζήτηση που διεξάγεται μέσα στην εξέλιξη και το βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης, άρα αυτό που πρέπει να συζητήσει η ΚΝΕ είναι να δώσει απάντηση σ’ αυτό που συζητάει η νεολαία, στα προβλήματά της που συνδέονται με το πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Συζητάμε επί της ουσίας τη διέξοδο, το κέρδισμα νέων στην υπόθεση της πάλης για τη δίκαιη νέα κοινωνία, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
Η διαδικασία που έχει ήδη ανοίξει στην Οργάνωση, με τη συζήτηση για την απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, μας δίνει τεράστιες δυνατότητες. Απαντά με διαλεκτικό τρόπο σε ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αποτελώντας έτσι εργαλείο στα χέρια των νέων κομμουνιστών ώστε να βγάλουν από αυτήν επαναστατικά συμπεράσματα. Θέτει τον προσανατολισμό για την παραπέρα μελέτη, ανοίγοντας επί της ουσίας την κουβέντα στις γραμμές μας, αλλά και προς τα έξω, με όλους αυτούς που για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν βρίσκονται ακόμα οργανωμένοι σ’ αυτές. Δίνει την τεράστια δυνατότητα στο Κόμμα να κερδίσει μια ολόκληρη γενιά νέων κομμουνιστών, να γνωρίσουν από νωρίς την αντίληψή του για το Σοσιαλισμό, να τη μελετήσουν, να την κατανοήσουν ως στόχο της ίδιας τους της ζωής. Βάζει θεμέλια νια το μέλλον του Κόμματος, αυτή είναι και η μεγάλη ευθύνη της ΚΝΕ.
Πρέπει με πολύ μεγάλη προσοχή να σταθούμε σ’ αυτή τη δουλιά. Είναι ζήτημα, όλη η Oργάνωση, από τις ΟΒ μέχρι το ΚΣ, να ελέγχουν το στόχο της βαθιάς κατανόησης, να μην αρκούμαστε σε “συνθηματολογική” συμφωνία, με ιδιαίτερη αυταπάρνηση και επιμονή να βαθαίνουμε, να οξύνουμε την πολιτική συζήτηση. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στον ενθουσιασμό, χαρακτηριστικό της νεολαίας. Αυτός πρέπει να μετατρέπεται σε συνείδηση, να μην αρκούμαστε σε “επαναστατικά σκιρτήματα” που είναι φυσικό να συγκινούν τις νεότερες γενιές. Δεν αρκεί η “τυφλή” πίστη στο Σοσιαλισμό. Αν δεν γίνει κατανοητός ο στόχος του Κόμματος ως στόχος ζωής είναι δύσκολο να διαπαιδαγωγηθεί ο νέος κομμουνιστής, αυτός που θα κρατήσει σ’ όλη του τη ζωή αλύγιστη στάση στην ταξική πάλη. Αντίστοιχα μόνο με δυνατή ιδεολογική θωράκιση των γραμμών μας μπορεί να είναι η ΚΝΕ, κάθε μέλος της, ικανό να παρέμβει με τρόπο κατανοητό, εύστοχο και αποτελεσματικό. Να γίνει κατανοητό ότι αυτό που συζητάμε δεν είναι μια φιλολογική αναζήτηση, είναι το μέλλον μας, ο κόσμος στον οποίο θέλουμε να ζήσουμε.
Στη λογική αυτή χρειάζεται ιδιαίτερο βάρος στην αντιπαράθεση με την αστική ιδεολογία και τον οπορτουνισμό. Να εξηγηθεί το γιατί η εποχή που ζούμε είναι εποχή περάσματος στο Σοσιαλισμό, σύμφωνα με τους νόμους της διαλεκτικής εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Να ριζώσει η αντίληψη ότι δεν υπάρχει άλλη δεύτερη ή τρίτη λύση, έξω από τα όρια του καπιταλισμού, της εκμετάλλευσης, παρά η εργατική εξουσία, ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός. Να δίνεται ιδιαίτερο βάρος και να μην υποτιμάται να εξηγηθεί πλήρως το περιεχόμενο της έννοιας του κομμουνισμού ως κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, με την αντίστοιχη παρουσίαση και αντιπαράθεση στις δήθεν “φιλολαϊκές” λύσεις (Σοσιαλισμός 21ου αιώνα κλπ).
Βασικό κριτήριο της δουλιάς μας να αποτελέσει ο ποιοτικός έλεγχος στο πόσο έτοιμη γίνεται η Οργάνωσή μας, στο πλευρό του Κόμματος, να σταθεί αντάξια της ιστορικής της αποστολής: να τραβήξει μπροστά τη νεολαία της πατρίδας μας στην κρίσιμη στιγμή, στην πάλη για την εξουσία της εργατικής τάξης. Να εξηγείται ότι στόχος μας είναι αυτή ακριβώς η ετοιμότητα, να διαψεύδονται όσοι κατηγορούν το Κόμμα και τη νεολαία του ότι βρίσκονται εκτός πραγματικότητας, ότι “σ’ ένα κόσμο που δεν κινείται φύλλο έχουν επαναστατικές ονειρώξεις”. Γιατί ο κόσμος κινείται, πιο γρήγορα ακόμα προχωρά και η συνείδηση, με τρόπο που δεν είναι άμεσα αντιληπτός. Το λάθος να υποτιμήσουμε αυτή την πραγματικότητα δεν έχουμε δικαίωμα να το κάνουμε.
Σημαντικό σ’ αυτή την υπόθεση είναι το άνοιγμα της συζήτησης, με αυταπάρνηση κάθε ΚΝίτης να μετρήσει πολλές συζητήσεις, συσκέψεις, σταθμούς στην πολύμορφη παρέμβασή του για να γίνει το ζήτημα της εξουσίας, το ζήτημα της ανατροπής του καπιταλισμού, η οικοδόμηση του Σοσιαλισμού, προβληματισμός που θα αγγίζει πλατιά τη νεολαία.
Τέλος, δεν είναι δυνατό η κουβέντα σε θεωρητικό επίπεδο να συγκινήσει πλατιά τις μάζες αν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη πρωτοπόρα δράση. Είναι ευθύνη μας ο σχεδιασμός της δράσης μας, της ανάπτυξης των αγώνων σε κάθε χώρο, να είναι πρώτα απ’ όλα ιδεολογικά επεξεργασμένος, να στοχεύει στη διαμόρφωση αντικαπιταλιστικής συνείδησης, να ανοίγει δρόμους για την ορμητική ανάπτυξη και ισχυροποίηση της ΚΝΕ.
Οι θέσεις του ΚΣ σωστά κατά τη γνώμη μου βάζουν το στόχο για στροφή της δουλειάς μας στο μαθητικό κίνημα και κύρια στα ΕΠΑΛ. Τα ΕΠΑΛ σήμερα συγκεντρώνουν τη μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών που προέρχονται από την εργατική τάξη και που θα καταλήξουν σ’ αυτή. Τα περισσότερα παιδιά των ΕΠΑΛ αναγκάζονται να δουλεύουν για να τα βγάλουν πέρα πολλές φορές και σε βάρος των μαθημάτων. Η δουλιά αυτή ακόμα και όταν είναι πάνω στο αντικείμενο στο οποίο “ειδικεύονται” από το σχολείο είναι τις περισσότερες φορές κακοπληρωμένη και ανασφάλιστη.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει ένας τομέας στον οποίο τα ΕΠΑΛ δεν υστερούν καθόλου σε σχέση με τα ενιαία λύκεια και αυτός δεν είναι άλλος από την προσπάθεια να περάσουν στις συνειδήσεις των μαθητών όλα τα ιδεολογήματα του συστήματος. Βλέπουμε έτσι τους περισσότερους να θεωρούν το θέμα της δουλιάς “προνόμιο” το οποίο εκμεταλλεύονται για να ενισχύουν το χαρτζιλίκι τους και όχι ως ανάγκη που προκύπτει από την πολιτική που ακολουθείται σήμερα και χτυπάει το εισόδημα κάθε λαϊκής οικογένειας αναγκάζοντας τα παιδιά της να δουλεύουν από τα 15 τους χρόνια. Θετικός θεωρείται επίσης από πολλούς ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ΕΛ και ΕΠΑΛ αφού δίνει την ευκαιρία σε παιδιά που “δεν παίρνουν τα γράμματα” να μην ταλαιπωρούνται άδικα με τα μαθήματα και να βγουν στην παραγωγή μια ώρα αρχύτερα.
Είναι λοιπόν το κομμάτι εκείνο των μαθητών που δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση από την επίθεση του κεφαλαίου στη νεολαία τόσο στη μαθητική όσο στην εργασιακή ζωή του. Κατά συνέπεια είναι οι μαθητές αυτοί που πρέπει να πρωτοστατήσουν στους αγώνες και να αποτελέσουν την εμπροσθοφυλακή του μαθητικού κινήματος τραβώντας και τους υπόλοιπους μπροστά. Είναι αυτοί που πρέπει να πρωτοστατήσουν στο δέσιμο εργατικού-μαθητικού κινήματος καθώς στους περισσότερους οι ιδιότητες εργαζόμενος-μαθητής συνυπάρχουν. Για να βελτιώσουμε όμως τη δουλιά μας προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν τις αντιφάσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην κατάσταση που βρίσκονται οι μαθητές των ΕΠΑΛ και οι οικογένειές τους και στις αντιλήψεις που επιδέξια και σταθερά καλλιεργεί το σύστημα στη συνείδησή τους, (προσωπικό βόλεμα, ωχαδερφισμός, ναρκωτικά, κλπ). Χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο δουλιάς και αντιμετώπισης γιατί αυτά που ήταν αποδοτικά μέχρι σήμερα έχουν πάψει να αποδίδουν. Δεν φτάνει πια μια ή δύο εξορμήσεις την εβδομάδα σε κάθε σχολείο και η προσωπική προσπάθεια του κάθε στελέχους. Η πολυμορφία που βάζουν οι Θέσεις πρέπει να αρχίσει να απασχολεί την Οργάνωση σε όλα τα επίπεδα από το σχεδιασμό των ΝΣ και ΤΣ μέχρι τη συνέλευση της ΟΒ και από την εσωτερική λειτουργία της κάθε ΟΒ μέχρι το πώς θα γίνει πιο αποτελεσματική η παρέμβασή μας στα σχολεία. Χρειάζεται εξειδίκευση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να προσέχουμε ποιο είναι το κύριο ζήτημα σε κάθε σχολείο, στη συνείδηση του κάθε μαθητή και πάνω σ’ αυτό να εστιάζουμε συνδέοντας το με το γενικότερο πλαίσιο. Βάζοντας στο επίκεντρο της παρέμβασής μας ότι απασχολεί τους μαθητές των ΕΠΑΛ και δένοντάς το με την πολιτική και την πρόταση του Κόμματος και της ΚΝΕ μπορούμε να τραβήξουμε νέες δυνάμεις κοντά μας. Ειδικά αυτήν την περίοδο που το καπιταλιστικό σύστημα και οι αξίες του περνάνε κρίση, είναι ακόμα πιο εύφορο το έδαφος για να ανοίξουμε μαζικά την πρότασή μας για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης, να αναδείξουμε στους μαθητές την αξία αλλά και την ομορφιά του αγώνα, της οργανωμένης ζωής και πάλης.
Οι Θέσεις σωστά εντοπίζουν ότι οι απαιτήσεις για να κερδίζουμε νεανικές συνειδήσεις συνεχώς ανεβαίνουν. Για να ανταποκριθούμε σ’ αυτές η δράση μας στα σχολεία και στα ΕΠΑΛ πρέπει να πάψει να αποτελεί αντικείμενο μόνο των στελεχών του ΤΣ και πολλές φορές μόνο του ΤΓ. Η μαθητική ΟΒ ειδικά στα ΕΠΑΛ πρέπει να αποκτήσει περιεχόμενο τόσο στη δράση όσο και στη λειτουργία της. Είναι ανάγκη να πολεμήσουμε κάθε πνεύμα επανάπαυσης που καταλήγει στο να μαζεύεται απλά η ΟΒ και να γίνεται μια ενημέρωση στους συντρόφους για τις εξελίξεις και για τη θέση του Κόμματος και της Οργάνωσης πάνω σ’ αυτές. Σήμερα που ο αντικομμουνισμός και η επίθεση στο Σοσιαλισμό θεριεύει είναι άμεσο καθήκον μέσα από τις ΟΒ να σπάμε κάθε ιδεολόγημα, κάθε ψέμα της αστικής τάξης. Η δουλιά αυτή δυσκολεύει στις ΟΒ των ΕΠΑΛ γιατί στα παιδιά αυτά έχει καλλιεργηθεί πέρα από όλα τα άλλα και ένα πνεύμα αδιαφορίας και απέχθειας για οποιουδήποτε είδους “μάθημα”. Εδώ πρέπει και πάλι να εκμεταλλευτούμε την πολυμορφία για να μπορούν οι σύντροφοι να συνδέουν την τακτική και τη θέση μας σε κάθε ζήτημα, την καθημερινή δουλιά με το γενικότερο στόχο, με την προοπτική για μια άλλη κοινωνία. Πρέπει σχεδιασμένα να βάλουμε στη ζωή και την κουβέντα των ΟΒ θέματα αθλητισμού, πολιτισμού, ελεύθερου χρόνου, μόρφωσης. Να αξιοποιήσουμε και άλλες μορφές όπως πχ το να δουν οι σύντροφοι κάποια ταινία ή να ακούσουν ένα δίσκο μουσικής και μετά να γίνει κουβέντα για να βγούνε συμπεράσματα-διδάγματα για τη δράση μας σήμερα.
Η δουλειά αυτή πρέπει να απασχολεί συνεχώς και να σχεδιάζεται από τα ΤΓ και ΤΣ για να μη θυσιάζεται η έγνοια για τη λειτουργία της ΟΒ στο βωμό των άμεσων καθηκόντων. Χρειάζεται συγκεκριμένο σχέδιο και έλεγχος από τον κάθε καθοδηγητή για το πώς η κάθε ΟΒ θα κινητοποιεί όλα τα μέλη της σε κάθε επίπεδο από την αυτομόρφωση μέχρι την κουβέντα με τους συμμαθητές τους και μαζική δουλιά στο σχολείο. Με την εξειδίκευση της δράσης μας σ’ αυτά που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι μαθητές των ΕΠΑΛ, δένοντας το κάθε ζήτημα με το γενικότερο πρόβλημα και την πρότασή μας και αξιοποιώντας την πολυμορφία τόσο μέσα στην ΟΒ όσο και στην παρέμβασή της στα σχολεία, μπορούμε να κάνουμε μεγάλα βήματα και στο χώρο των ΕΠΑΛ στην κατεύθυνση της πολύπλευρης ισχυροποίησης της Οργάνωσης μπροστά στις μάχες που έρχονται.
Περιεχόμενα |
Αποστολή με email
|
Εκτυπώσιμη μορφή
Προτείνετε το δημοσίευμα
: Buzz
: Cull
: Baza
: Bobit
: Checkit
: Digme
: MindBlog
: Shootme
Στήλες - Κατηγορίες: Διάφορα