Αφιέρωμα στην ιστορία του ρεμπέτικου (Στ’ μέρος) Η “Τετράς του Πειραιώς”, η ξακουστή
Η θρυλική “Tετράς του Πειραιώς” ήταν η πρώτη κομπανία με μπουζούκια, η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία, που έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα λαϊκή ορχήστρα. Αποτελούνταν από τους Μάρκο Βαμβακάρη (μπουζούκι), Γιώργο Τσωρό ή Μπάτη (μπαγλαμάς), Ανέστο Δελιά (μπουζούκι) και Στράτο Παγιουμτζή (τραγούδι, τζουράς). Οι τέσσερεις γνωρίστηκαν στον Πειραιά, με μεσολάβηση του Μπάτη το 1932 και εμφανίζονταν στα πειραιώτικα πάλκα μέχρι τον πόλεμο.
Η τετράδα συνεχίζει τις εμφανίσεις στου Σαραντόπουλου για άλλους έξι μήνες, με ανεπανάληπτη επιτυχία. Κόσμος συρρέει από Αθήνα και επαρχία να ακούσει τα τραγούδια του Βαμβακάρη και της υπόλοιπης παρέας, ορισμένα από τα οποία ήδη κυκλοφορούν σε δίσκους με μεγάλη εμπορικότητα. Το ρεμπέτικο, είχε κυριαρχήσει, συμβολικά και ουσιαστικά: το λαϊκό τραγούδι από τότε και στο εξής, παιζόνταν με μπουζούκι.
Με την τετράδα, από το 1935, συνεργάζεται και ο Κωνσταντινουπολίτης μαέστρος Κώστας Σκαρβέλης, παίζοντας κιθάρα και η τραγουδίστρια Σοφία Καρίβαλη, αδελφή της Ρίτας Αμπατζή, οι οποίοι έχουν και συμμετοχή στις ξεχωριστές ηχογραφήσεις της Τετράδας. Δυστυχώς δεν έχουμε ηχογραφήσεις στις οποίες συμμετέχει ολόκληρη η Τετράδα, λόγω του ότι οι τέσσερεις, πλην Παγιουμτζή, δεσμεύονταν από συμβόλαια αποκλειστικότητας διαφορετικών εταιρειών.
Στο προηγούμενο τεύχος, πραγματοποιήσαμε ένα εκτενές αφιέρωμα στη σημαντικότερη ίσως μορφή της Τετράδας, το Μάρκο Βαμβακάρη. Στο φύλλο αυτό, θα σταθούμε στην παρουσίαση της ζωής και του έργου των τριών ακόμα εκπροσώπων της “Πειραιώτικης παρέας”.
(Μέθανα 1885 – Πειραιάς 1967)
Από τις πιο έντονες προσωπικότητες του ρεμπέτικου. Ετοιμόλογος και πλακατζής, πάντα ντυμένος στην πένα με την τελευταία λέξη της μόδας, χρησιμοποιώντας καθαρευουσιάνικες και ξενικές εκφράσεις, χλευάζοντας την αισθητική της “υψηλής” κοινωνίας. Έπαιζε μπαγλαμά και μπουζούκι και ήταν βαθύς γνώστης της προφορικής μάγκικης παράδοσης του Πειραιά, κάτι που φαίνεται έντονα στο έργο του και το παίξιμό του.
Από το 1893, περίπου, η οικογένειά του εγκαθίσταται στον Πειραιά. Αρχικά ζούσε ως γυρολόγος, μικροπωλητής, παλαιοπώλης κ.ά. Έμαθε μπαγλαμαδάκι στις φυλακές του στρατού, όπου υπηρέτησε από το 1908 έως το 1920. Μετά το 1915 έπαιζε μπαγλαμά σε διάφορα καφενεία του Πειραιά, ενώ το 1925 άνοιξε χοροδιδασκαλείο στη Δραπετσώνα όπου δίδασκε μπουζούκι. Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1930 διατηρούσε διάφορους καφενέδες στα στενά του Καραϊσκάκη. Τα καφενεία του γεμάτα κρεμασμένα μπουζούκια, κιθάρες και μπαγλαμάδες, ήταν τόπος συνάντησης της “μάγκας” του Πειραιά και μουσικά “στέκια” της εποχής.
Το γεγονός ότι ήταν “της πιάτσας”, τον κατέστησε συνδετικό κρίκο της τετράδας. Ήταν ο “αυτουργός” πίσω από τη δημιουργία της κομπανίας καθώς και της καθαρευουσιάνικης επωνυμίας της. Ήταν επίσης αυτός που έσμιξε τους τέσσερεις, το 1932. Γνωρίζοντας τους μαγαζάτορες του Πειραιά και τους Σμυρνιούς μαέστρους, κατάφερε να ανεβάσει την τετράδα στα πάλκα το 1934. Με τις γνωριμίες του με τους καλλιτεχνικούς διευθυντές των εταιρειών, υπήρξε κι ένας απ’ τους βασικούς μεσάζοντες στην είσοδο της τετράδας στην δισκογραφία. Μαζί με το Σπύρο Περιστέρη, παρακίνησε το Βαμβακάρη να ηχογραφήσει τα τραγούδια του, ενώ ο ίδιος ο Μπάτης μπήκε στη δισκογραφία λίγο πριν τον Βαμβακάρη, το 1932, με τα τραγούδια “Μπάτης ο δερβίσης” και “Σου ‘χει λάχει”.
Όπως και μια σειρά από προπολεμικούς συνθέτες, συγκρουόμενος με τη Μεταξική λογοκρισία σταματάει κάθε ηχογράφηση το 1937. Με το τέλος της δισκογραφικής του πορείας είχε “χτυπήσει” στο όνομά του δεκαέξι τραγούδια, μάγκικα, εργατικά, αναφερόμενα σε επαγγέλματα. Μεταξύ αυτών, το 1934, γράφει το “Θερμαστή”, ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της εργατιάς που γράφτηκαν ποτέ. Από τον πόλεμο μέχρι και το τέλος της ζωής του παίζει σε ταβέρνες βγάζοντας πιατάκι για να ζήσει. Το 1947 γράφει ακόμη ένα τραγούδι, την “Αρχόντισσα”, όμως η παρακμή είχε ήδη παρέλθει πριν από τον πόλεμο. Πέθανε στον Πειραιά το 1967. Θάφτηκε με το καβουράκι του κι αγκαλιά με το μπαγλαμαδάκι του.
Από τα τραγούδια του Μπάτη αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με το μάγκικο τραγούδι της προδισκογραφικής εποχής. Πέρα από το ιδιαίτερο παίξιμο του μπαγλαμά, σε αυτά βρίσκουμε χαρακτηριστικά όπως χρήση και συρραφή αδέσποτων μελωδιών, αδέσποτων μάγκικων στίχων, αλλά και στίχων από τη δημοτική παράδοση. Δικαίως αποκαλούνταν “δάσκαλος”, για την τεράστια προσφορά του.
Τραγούδια του: “Μπάτης ο δερβίσης”, “Σου ‘χει λάχει”, “Η Ατσιγγάνα”, “Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο”, “Μάγκες καραβοτσακισμένοι”, “Ο θερμαστής”, “Καμηλιέρικο”, “Γυφτοπούλα”, κ.ά.
Στράτος Παγιουμτζής
(Αϊβαλί 1904 – Νέα Υόρκη 1971)
Ο Στράτος Παγιουμτζής ήταν ο σημαντικότερος τραγουδιστής του πειραιώτικου ρεμπέτικου, ένας από τους σημαντικότερους τραγουδιστές του λαϊκού μας τραγουδιού. Οι πολλές εκατοντάδες συμμετοχών του στη δισκογραφία, ξεπερνούν κάθε άλλου λαϊκού τραγουδιστή μέχρι σήμερα. Φωνή με τεράστιες δυνατότητες, τεράστια γκάμα και μοναδική ικανότητα στην ερμηνεία του αμανέ.
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘10 φτάνει με την οικογένειά του στον Πειραιά και μπαίνει από μικρή ηλικία στη βιοπάλη. Δουλεύει στο λιμάνι ως ψαράς, βαρκάρης κ.λπ. Το 1933 κάνει την παρθενική του εμφάνιση στη δισκογραφία με τα τραγούδια του Μπάτη “Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο” και “Μάγκες Καραβοτσακισμένοι”, μιμούμενος, μάλιστα, τη φωνή του Μπάτη, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να τραγουδήσει. Από το 1934 ερμηνεύει τραγούδια του Δελιά, κι από το 1935 μπαίνει στην δισκογραφία του Βαμβακάρη, ο οποίος μέχρι τότε ερμήνευε μόνος του τα τραγούδια του. Από το 1934 ήταν ο αποκλειστικός τραγουδιστής της τετράδας στο πάλκο.
Μέχρι το 1940 έχει τραγουδήσει όλους τους σημαντικούς συνθέτες, Σμυρνιούς και Πειραιωτες: Πάνο Τούντα, Βαγγέλη Παπάζογλου, Κώστα Σκαρβέλη μα και Δημήτρη Γκόγκο, Μανώλη Χιώτη και Βασίλη Τσιτσάνη. Μάλιστα, τραγουδάει κάτι λιγότερο από το μισό της προπολεμικής δισκογραφίας του Τσιτσάνη, περίπου σαράντα τραγούδια μέσα σε τέσσερα χρόνια! Μεταπολεμικά τραγουδάει συνθέσεις των Μανώλη Χιώτη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Γιώργο Μητσάκη, Απόστολο Καλδάρα κ.ά., ενώ συνεχίζει την συνεργασία με τον Τσιτσάνη μέχρι τις αρχές του 1950.
Όντας δύσκολος και ασυμβίβαστος χαρακτήρας, ήταν πάντα το μαύρο πρόβατο των εταιρειών. Δεν υποτασσόταν στους όρους που προσπαθούσαν να του επιβάλλουν κι έτσι στα μέσα της δεκαετίας του 1950 περιθωριοποιείται εντελώς από τη δισκογραφία, μαζί με μια σειρά από παλιούς συνθέτες του ρεμπέτικου, όπως τους Βαμβακάρη, Χατζηχρήστο κ.ά.
Με αφορμή τη “δεύτερη καριέρα” του Βαμβακάρη το 1960, ο στενός φίλος του Παγιουμτζή, Γιώργος Ζαμπέτας, ο οποίος εκείνο τον καιρό “έλυνε κι έδενε”, επιβάλλεται στις εταιρείες και τον επαναφέρει στη δισκογραφία. Με την επίμονη παρέμβαση του Ζαμπέτα, επανεκτελεί μια σειρά από προπολεμικά ρεμπέτικα, καθώς και τραγούδια των Ζαμπέτα, ΆκηΠάνου κ.ά. Τραγουδάει μέχρι και αμανέ (“Το μινόρε του Στράτου”), πράγμα αδιανόητο για τη μεταπολεμική δισκογραφία!
Ο Παγιουμτζής δεν ήταν συνθέτης, ωστόσο έχει λίγα τραγούδια στο όνομά του. Αυτά ήταν “δώρα” από άλλους συνθέτες, πρακτική μάλλον συνηθισμένη στα “νταλαβέρια” των μουσικών της εποχής.
Οι μεγάλοι λαϊκοί δημιουργοί τον χαρακτήριζαν ως το μεγαλύτερο τραγουδιστή της κλασσικής εποχής του ρεμπέτικου, λέγοντας χαρακτηριστικά πως στο «λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια».
Το 1971 ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη, εκπληρώνοντας ένα όνειρο ζωής, για να τραγουδήσει στα λαϊκά κέντρα της ομογένειας. Μετά από δύο μήνες ιδιαίτερα φορτισμένων εμφανίσεων στο περίφημο μαγαζί “Σπηλιά”, αφήνει την τελευταία του πνοή πάνω στο πάλκο, έχοντας γνωρίσει την αποθέωση. Για την επιστροφή της σωρού του έγινε έρανος από συναδέλφους και φίλους, ενώ τα έξοδα της κηδείας του τα κάλυψε ο Ζαμπέτας.
Αναστάσης Δέλιος ή Ανέστος Δελιάς
(Σμύρνη 1912 – Αθήνα 1944)
Διάττοντας αστέρας της λαϊκής μας μουσικής. Παρά τη σύντομη πορεία του, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες και μπουζουξήδες της πειραιώτικης σχολής του ρεμπέτικου. Καταγόταν από οικογένεια μουσικών. Ο παππούς, o θείος και ο πατέρας του, ήταν ξακουστοί μουσικοί της Σμύρνης. Με την προσφυγιά του 1922 έρχεται στον Πειραιά με την οικογένειά του. Αμέσως αρχίζει το μεροκάματο για να συντηρήσει την οικογένεια, μιας και ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στη Μικρασιατική καταστροφή. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920 είναι πλέον φτασμένος κιθαρίστας και παίζει σε διάφορα ταβερνάκια.
Το 1932 γνωρίζεται με την υπόλοιπη τετράδα, οπότε και ο Βαμβακάρης τον παροτρύνει να μάθει μπουζούκι. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γίνεται τρανός δεξιοτέχνης κι από τότε αφήνει την κιθάρα. Το παίξιμο του Δελιά ήταν ιδιαίτερα γλυκό. Χαρακτηριζόταν από το μάγκικο, πειραιώτικο ύφος, αλλά ταυτόχρονα ήταν πολύ πιο περίτεχνο σε σχέση με σύγχρονούς του “Πειραιώτες”, Βαμβακάρη, Κηρομύτη, Ζουριδάκη κ.ά. Αυτό αντανακλούσε τα ακούσματά του από το πλούσιο, μουσικά, περιβάλλον του στη Σμύρνη.
Ο Δελιάς ήταν σεμνός και συνεσταλμένος χαρακτήρας, κι όντας νεότερος, αγαπήθηκε αμέσως από όλη την Πειραιώτικη παρέα, ωστόσο σύντομα περιθωριοποιήθηκε από την υπόλοιπη τετράδα, λόγω της τοξικομανίας του, η οποία σύντομα τον οδήγησε στο θάνατο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η δισκογραφική του πορεία ξεκινάει το 1935 και διαρκεί μόλις δύο χρόνια, λόγω της σύγκρουσής του με τη Μεταξική λογοκρισία. Στο διάστημα αυτό γράφει αρκετά τραγούδια, ενώ στο όνομά του υπάρχουν μόλις 10. Κάθε ένα από τα λίγα τραγούδια που μας άφησε ο Δελιάς είναι ένα διαμάντι του ρεμπέτικου: “Χαρέμι στο χαμάμ”, “Το σακκάκι”, “Ο Νίκος ο Τρελλάκιας”, “Ουσάκ μανές”, “Τον άντρα σου και μένα”, κ.ά .
Ο Δελιάς, αναμφισβήτητα, είχε πάρα πολλά να προσφέρει ακόμα στο μπουζούκι, στο λαϊκό τραγούδι συνολικά. Μεγάλοι μεταγενέστεροι δημιουργοί, όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης, επηρεάστηκαν από το γλυκό του παίξιμο και τις μοναδικές συνθέσεις του.
Γεωργιάδης Νέαρχος. Ρεμπέτικο και πολιτική. Σύγχρονη Εποχή
Γεωργιάδης Νέαρχος. Ο Ακρίτας που έγινε Ρεμπέτης. Σύγχρονη Εποχή
Γεωργιάδης Νέαρχος. Από το Βυζάντιο στον Μάρκο Βαμβακάρη. Σύγχρονη Εποχή
Γεωργιάδης Νέαρχος. Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα. Σύγχρονη Εποχή
Στράτος Παγιουμτζής: ο τραγουδιστής του ρεμπέτικου. άρθρο του Aρη Νικολαΐδη. Ριζοσπάστης 4/01/2004
Μάρκος Βαμβακάρης: Αυτοβιογραφία. Επιμέλεια: Αγγελική Βέλλου-Κάιλ, Παπαζήσης
Περιεχόμενα |
Αποστολή με email
|
Εκτυπώσιμη μορφή
Προτείνετε το δημοσίευμα
: Buzz
: Cull
: Baza
: Bobit
: Checkit
: Digme
: MindBlog
: Shootme
Στήλες - Κατηγορίες: Πολιτισμός