Αφιέρωμα στην ιστορία του ρεμπέτικου (Δ’ Μέρος)
Πάνος Τούντας (Σμύρνη 1884 - Αθήνα 1942)
Ο πρώτος “επώνυμος” λαϊκός δημιουργός
Ο Πάνος Τούντας ήταν το τρίτο μέλος της σμυρναίικης κομπανίας του Πειραιά, μαζί με τους Βαγγέλη Παπάζογλου και Σπύρο Περιστέρη. Από άποψη μουσικής κατάρτισης και όγκου παραγωγής, υπήρξε ο κορυφαίος των Μικρασιατών, ενώ το όνομά του συνδέθηκε με τα πρώτα βήματα της δισκογραφίας στην Ελλάδα.
Οπως και ο Περιστέρης, ήταν γόνος εύπορης οικογένειας, κάτι που του έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσει άριστη δυτική μουσική παιδεία. Πέρα από ταλαντούχος συνθέτης, υπήρξε και δεινός οργανοπαίχτης, με κυριότερο όργανό του το μαντολίνο.
Κατά τη διάρκεια των μουσικών σπουδών και περιοδειών του, ταξίδεψε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και σε χώρες της νοτιανατολικής Μεσογείου, όπως η Αίγυπτος. Ηταν εφοδιασμένος με βαθιά γνώση των λόγιων και των λαϊκών μουσικών παραδόσεων, κάτι που εκφράζεται βεβαίως και στο έργο του.
Από το 1915 περίπου, συμμετέχει στην Εστουδιαντίνα της Σμύρνης “Τα Πολιτάκια”. Εκεί, θα γνωριστεί με τους Παπάζογλου και Περιστέρη, καθώς και με άλλους επιφανείς Σμυρνιούς μουσικούς.
Είσοδος στη δισκογραφία
Με τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Τούντας έρχεται στην Αθήνα και εγκαθίσταται στη Νέα Σμύρνη. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα συνεργάζεται με άλλους Μικρασιάτες μουσικούς σε λαϊκές ορχήστρες, ενώ από νωρίς αναδεικνύεται ως ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες της δισκογραφίας. Το 1924 αποσύρεται οριστικά από το λαϊκό πάλκο και αναλαμβάνει καθήκοντα καλλιτεχνικού διευθυντή της “Οντεόν”. Τότε ηχογραφεί και το πρώτο του τραγούδι, τη “Σμυρνιά”. Με το δίσκο αυτό γίνεται ο πρώτος -δισκογραφικά- επώνυμος λαϊκός μουσικοσυνθέτης στην Ελλάδα.
Πάρα πολλά από τα τραγούδια του επανακυκλοφόρησαν από άλλες δισκογραφικές εταιρείες -πράγμα όχι συνηθισμένο για την εποχή- ή διασκευάστηκαν αμέσως, ενώ τραγούδια του έχουν “παίξει” όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες του σμυρναίικου: Αντώνης Διαμαντίδης, Βαγγέλης Σοφρωνίου, Στελλάκης Περπινιάδης, Ρίτα Αμπατζή, Ρόζα Εσκενάζυ κ.ά.
Κατά τη δεκαετία από την έναρξη της εγχώριας δισκογραφίας (περίπου 1924), μέχρι και την “επέλαση” του ρεμπέτικου (περίπου 1933), ο Τούντας, μαζί με τον Παπάζογλου που ακολουθούσε παράλληλη πορεία, ήταν η κυρίαρχη μορφή του αστικού λαϊκού τραγουδιού και μια από τις σημαντικότερες μορφές στην ελληνική δισκογραφία.
Την περίοδο αυτή υπήρξε παραγωγικότατος, γράφοντας πάνω από 300 μοναδικά τραγούδια, ενορχηστρώνοντας αμέτρητες ηχογραφήσεις, και αναδεικνύοντας πολλά νέα ταλέντα, ενώ υπήρξε ένας απ’ τους πρωτεργάτες της συνδικαλιστικής διεκδίκησης των δικαιωμάτων των συνθετών από τις δισκογραφικές εταιρείες που πάντοτε κρατούσαν τη μερίδα του λέοντος.
Το 1931 γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της “Κολούμπια” και της “Χις Μάστερς Βόις” μέχρι το 1941, οπότε και σταματούν οι ηχογραφήσεις, λόγω της Κατοχής.
Το έργο του
Εκτός από τα αμιγώς πρωτότυπα τραγούδια του, σε πολλά τραγούδια ο Τούντας “οικειοποιήθηκε” παραδοσιακές μικρασιατικές και άλλες ανατολίτικες μελωδίες, διασώζοντας, ουσιαστικά, μια ανεκτίμητης αξίας μουσική παράδοση, που αλλιώς θα είχε χαθεί.
Η γκάμα της θεματολογίας του είναι τεράστια. Πραγματεύτηκε θέματα ερωτικά, κοινωνικά, μάγκικα, καθώς και σατιρικά. Παρ’ ότι λόγω της ταξικής του καταγωγής και θέσης δεν είχε καμία σχέση με την εργατιά, ο Τούντας “έπιασε” το σφυγμό του γνήσιου λαϊκού τραγουδιού, γράφοντας σπουδαία εργατικά τραγούδια, από τα πρώτα στην Ελλάδα, όπως το “Ο εργάτης”, και “Μπολσεβίκα”.
Αρχικά γράφει σμυρναίικα και “δημοτικά” τραγούδια, καθώς και ελαφρά-ευρωπαϊκά και επιθεωρησιακά. Ωστόσο σταδιακά κλείνει προς το ανερχόμενο ρεμπέτικο και δεν διστάζει, στα τελευταία χρόνια της σταδιοδρομίας του, να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και να γράψει και ο ίδιος καταπληκτικά ρεμπέτικα τραγούδια, συνεργαζόμενος με ρεμπέτες όπως ο Γιοβάν Τσαούς, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Μανώλης Χιώτης κ.ά.
Πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο θάνατός του σηματοδότησε και το συμβολικό τέλος της δημιουργικής περιόδου του σμυρναίικου τραγουδιού.
Μερικά από τα χαρακτηριστικά τραγούδια του είναι: “Ειν’ ευτυχής ο άνθρωπος”, “Φτώχεια μαζί με την τιμή”, “Γκαρσόνα”, “Η Βαρβάρα”, “Εγώ θέλω πριγκιπέσσα”, “Περσεφόνη μου γλυκιά”, “Δημητρούλα μου γεια σου”, “Μοντέρνα χήρα”, “Για μια χήρα παιχνιδιάρα” κ.ά.
Προτεινόμενη βιβλιογραφία:
1. Ρεμπέτικη Ανθολογία, Τάσος Σχορέλης, εκδόσεις “Πλέθρον”
2. Μούσα Πολύτροπος, Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης, εκδόσεις “Μετρονόμος”
3. “Κυριακάτικος Ριζοσπάστης” 1/6/2003: Αφιέρωμα στον Πάνο Τούντα
Πάνος Καραγιώργος
Περιεχόμενα |
Αποστολή με email
|
Εκτυπώσιμη μορφή
Προτείνετε το δημοσίευμα
: Buzz
: Cull
: Baza
: Bobit
: Checkit
: Digme
: MindBlog
: Shootme
Στήλες - Κατηγορίες: Πολιτισμός