Προοδευτικός αμερικάνικος κινηματογράφος

Αυτό το καλοκαίρι προβάλλονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τέσσερις σπάνιες ταινίες αμερικανικής παραγωγής που ρίχνουν φως σε πολλές άγνωστες πτυχές του εργατικού και αντιπολεμικού κινήματος των ΗΠΑ και θα κυκλοφορήσουν από τα μέσα Ιουλίου κυρίως στους θερινούς κινηματογράφους.

SIR! NO SIR!
Σενάριο-Σκηνοθεσία: David Zeiger
Παραγωγή: David Zeiger, Aaron Zarrow
Μουσική: Buddy Judge
Αφήγηση: Troy Garity
Μια σπουδαία ταινία που αναφέρεται σε μια ξεχωριστή πτυχή του αντιπολεμικού αμερικάνικου κινήματος. Αντρες και γυναίκες που επέστρεψαν από το Βιετνάμ, έχοντας κάνει το “καθήκον” τους, γεμάτοι φρίκη κι απογοήτευση για όσα είδαν κι έκαναν εκεί, εκφράζουν κι αυτοί το αντιπολεμικό αίσθημα που αναπτύχθηκε τόσο στον αμερικάνικο λαό, όσο και στους κόλπους του ίδιου του αμερικάνικου στρατεύματος.
Η πιο επίκαιρη και ηχηρή ταινία για τους στρατιώτες στην πρώτη γραμμή του αντιπολεμικού κινήματος, η βραβευμένη κινηματογραφική επιτυχία “SIR! NO SIR!” αφηγείται με μοναδικό τρόπο των αγώνα των Αμερικανών στρατιωτικών που εντάχθηκαν ενεργά στις γραμμές του φιλειρηνικού κινήματος και αγωνίστηκαν για ν’ αναγκαστεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ να θέσει ένα τέλος στον πόλεμο του Βιετνάμ. Μια ιστορία που έρχεται σε αντίθεση με τη διαδεδομένη εικόνα των παρασημοφορημένων “ηρώων” που επέστρεφαν μετά βαΐων και κλάδων,  “υπερήφανοι” για τη συμμετοχή τους στο ιμπεριαλιστικό έγκλημα του Βιετνάμ, καταδεικνύοντας ότι οι βετεράνοι βρίσκονταν στον πυρήνα του αντιπολεμικού κινήματος.

“The Wobblies”
«Αλληλεγγύη! Oλοι για Eναν κι Eνας για Oλους!»
Σκηνοθεσία- Παραγωγή: Stewart Bird και
Deborah Shaffer
Αρχειακή Ερευνα: Pierce Rafferty
Μουσική: Don Brooks, Eric Frandsen
Τραγουδούν: Alice Gerard, Mike Seeger,
Joe Glazer
«Oλοι για Eναν κι Eνας για Oλους!»
Μ’ αυτό το σύνθημα, οι “Wobblies” (ΙWW), “Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου”, μια απ’ τις πρώτες εκφράσεις του ταξικού εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ,  άρχισαν να οργανώνουν όλα τα καταπιεσμένα κομμάτια της εργατικής τάξης, ανειδίκευτους, μετανάστες, μαύρους και γυναίκες σε μια μεγάλη εργατική ένωση αλλάζοντας τον ρου της ιστορίας. Εκτός από τη διεκδίκηση για την κατάκτηση του οκτάωρου και για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς στις αρχές του 20ου αιώνα, οι “Wobblies” υπήρξαν ένα από τα ελάχιστα συνδικάτα που αγωνίστηκαν ενάντια στο ρατσισμό και τις διακρίσεις εις βάρος των γυναικών.Για όλες αυτές τις αγωνιστικές διεκδικήσεις, βρέθηκαν όπως ήταν αναμενόμενο συχνά αντιμέτωποι με την ωμή βία του κράτους και με αυστηρές ποινές φυλάκισης.
Μέλη των “Wobblies”,  αφηγούνται στα βαθιά τους γεράματα τις συγκλονιστικές τους εμπειρίες, όταν αγωνίζονταν μέσα στην  καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος και κάτω από τη σκιά του  Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που ξέσπασε λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή τους (1905), για την καθιέρωση και διεύρυνση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων της εργατικής τάξης των ΗΠΑ.

“Μια στιγμή” με το βλέμμα μικρών Παλαιστινίων
Μια στιγμή από τη ζωή τους κλήθηκαν να αποτυπώσουν σε μια φωτογραφία παιδιά από τους παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς στο Λίβανο. Οι “στιγμές” τους αυτές παρουσιάζονται στην έκθεση φωτογραφίας “500 Παιδιά και 500 Κάμερες”, που άνοιξε τις πόρτες της, με την υποστήριξη της Παλαιστινιακής Διπλωματικής Αποστολής της Παλαιστινιακής Αρχής στην Ελλάδα, την Τρίτη 16 Ιούνη, σε αίθουσα στην οδό Λεωνίδου 15, στο Μεταξουργείο.
Αφορμή για την έκθεση στάθηκε η πρωτοβουλία του φωτορεπόρτερ Ράμζι Χαϊντάρ, το 2007, ο οποίος μοίρασε φωτογραφικές μηχανές στα προσφυγόπουλα των καταυλισμών, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να εκφραστούν όσον αφορά στη δύσκολη καθημερινότητά τους μέσα από την τέχνη. Το εγχείρημα αυτό ονομάστηκε “lahza”, που στα αραβικά σημαίνει στιγμή.
Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 26 Ιούλη και από τις 2 Σεπτέμβρη μέχρι τις 4 Οκτώβρη και θα λειτουργεί από την Τετάρτη μέχρι την Κυριακή, 17.00 - 21.00.

“The Good Fight”
Σενάριο-Σκηνοθεσία-Παραγωγή: Noel Buckner, Mary Dore, Sam Sills
Αφήγηση: Studs Terkel
Μουσική: Wendy Blackstone, Bernardo Palombo

Φλεβάρης του 1936. Το “Λαϊκό Μέτωπο”, συνασπισμός κομμάτων και δημοκρατικών οργανώσεων απ’ όλη την Ισπανία, κερδίζει τις εθνικές εκλογές και σύντομα προχωρά σε ριζικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος του λαού. Λίγους μήνες αργότερα, θα βρισκόταν αντιμέτωπο με την ισπανική αλλά και την παγκόσμια αντίδραση, όταν στις ισπανικές κτήσεις του Μαρόκο ξεσπά στρατιωτικό πραξικόπημα που γρήγορα εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ισπανία υπό την ηγεσία του στρατηγού Φ. Φράνκο.
Οι φασιστικές δυνάμεις του Φράνκο έτυχαν της αμέριστης υποστήριξης των φασιστικών καθεστώτων της Ευρώπης, αλλά και της υπόλοιπης καπιταλιστικής Δύσης που υιοθέτησε την υποκριτική στάση της “μη επέμβασης”.
Η βοήθεια σε έμψυχο υλικό και οικονομικά μέσα, που πρόσφεραν η Γερμανία και η Ιταλία στους Ισπανούς φασίστες, υπήρξε τεράστια. Κατά τη διάρκεια του πολέμου και οι δύο αυτές χώρες δώσανε στο στρατό του Φράνκο 1.650 αεροπλάνα, 1.150 τανκς και τεθωρακισμένα, 2.630 κανόνια, 8.800 βαριά κι ελαφριά πολυβόλα, 1.430 όλμους, πάνω από μισό εκατομμύριο ντουφέκια, τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών5. Επίσης στο πλευρό των κινηματιών μάχονταν 150.000 Ιταλοί και 50.000 Γερμανοί στρατιώτες, αξιωματικοί και τεχνικοί σύμβουλοι. Τέλος σημαντική ήταν η έμμεση βοήθεια που δόθηκε στο ισπανικό φασιστικό κίνημα από τα καθεστώτα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, αφού οι ναυτικές τους δυνάμεις περιπολούσαν στους θαλάσσιους χώρους και είχαν ουσιαστικά αποκλείσει τις ισπανικές ακτές, για να μην μπορεί η Δημοκρατική Ισπανία να παίρνει βοήθεια από το εξωτερικό6.
Ωστόσο ο ισπανικός εμφύλιος, είναι ένα ανεπανάληπτο μάθημα προλεταριακού διεθνισμού που ξεπηδάει ως απάντηση στην κοσμοπολίτικη δράση του κεφαλαίου και της διεθνούς ιμπεριαλιστικής αντίδρασης.
Στον αγώνα των προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων της Ισπανίας ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις  έλαβαν μέρος και οι  θρυλικές Διεθνείς Ταξιαρχίες με δύναμη 45.000 περίπου στρατιωτών προερχόμενων από 57 χώρες (ανάμεσα τους και οι Ελληνες κομμουνιστές που σχημάτισαν το λόχο “Νίκος Ζαχαριάδης” προς τιμήν του φυλακισμένου τότε γενικού γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ).
Ανάμεσά τους και 2.800 Αμερικανοί εθελοντές, που παρακινημένοι από την εγκληματική στάση της κυβέρνησης τους να προσφέρει βοήθεια στην Ισπανική Δημοκρατία, πολέμησαν γενναία στην Ταξιαρχία “Αβραάμ Λίνκολν”.
Οι Αμερικανοί βετεράνοι  (περισσότεροι από 1.600 σκοτώθηκαν στην Ισπανία) επέστρεψαν μετά την ήττα για να αντιμετωπίσουν την καχυποψία ως “πρώιμοι αντι-φασίστες” και “φιλοκομμουνιστές” όπως χαρακτηρίσθηκαν από τις δυνάμεις της αντίδρασης στην πατρίδα τους. Ηταν στη μαύρη λίστα για χρόνια και δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά πουθενά, “ανταμειβόμενοι” έτσι για τον αντιφασιστικό τους αγώνα… Οι έντεκα επιζώντες βετεράνοι που εμφανίζονται, αφηγούνται με υπερηφάνεια τις θυσίες που έκαναν, όταν ο φασισμός με την ανοχή της καπιταλιστικής Δύσης έδειχνε τα δόντια του  σ’ αυτή την τραγική πρόβα του Β’ Παγκοσμίου. Το συγκλονιστικό αυτό ντοκιμαντέρ διερευνά μια άγνωστη πλευρά της Ιστορίας παρουσιάζοντας σπάνια ντοκουμέντα και αρχειακό υλικό που έρχονται στη δημοσιότητα για πρώτη φορά.

“ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ”
Σκηνοθεσία: Herbert J. Bibermann
Σενάριο: Michael Wilson
Παραγωγή: Paul Jarrico
Φωτογραφία: Saimon Lazarus
Μουσική: Sol Kaplan
Πρωταγωνιστούν: Rosaura Revueltas ,Juan Chacon, Will Geer, David Wolfe, Mervin Williams, David Sarvis

Μια από τις πιο τολμηρές πολιτικές ταινίες στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, “Το Αλάτι της Γης” είναι βασισμένη σε μια πραγματική απεργία των μεξικανών μεταλλωρύχων του Σίλβερ Σίτι και χρησιμοποιεί σχεδόν εξ ολοκλήρου εργάτες αυτού του ορυχείου στη διανομή των ρόλων.
Η ταινία αποκαλύπτει τις άθλιες συνθήκες εργασίας και ζωής της μεξικανο-αμερικανικής κοινότητας και τη σκληρή εκμετάλλευση των κατοίκων από τους βιομηχάνους.
Θέμα της ταινίας -και αίτημα της απεργίας-, η ίση μεταχείριση έγχρωμων και λευκών μεταλλωρύχων. Δεύτερο παράλληλο θέμα, το αίτημα των έγχρωμων γυναικών για ισότητα των δύο φύλλων.
Μια μικρή αναφορά στις συνθήκες γυρίσματος της ταινίας (που θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αποτελέσει το θέμα μιας άλλης κινηματογραφικής παραγωγής) είναι ιδιαίτερα ενδεικτική για το ποιόν του “αμερικανικού ονείρου” της ελευθερίας και της δημοκρατίας…
Η ταινία αυτή γυρίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην καρδιά δηλαδή της λεγόμενης “Μακαρθικής περιόδου” που πήρε τ’ όνομά της από τον διαβόητο ακροδεξιό γερουσιαστή των ΗΠΑ, Μακάρθι γνωστό για τις φασιστικές αντιλήψεις του. Μια περίοδος που κυριαρχούνταν από την ξενοφοβία, τον αντικομμουνισμό, τη βία, τη λογοκρισία και την καταστολή. Μια περίοδος κατά την οποία φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και πολλές φορές εκτελέστηκαν χιλιάδες προοδευτικοί επιστήμονες, καλλιτέχνες και απλοί προοδευτικοί εργαζόμενοι .
Δεν είναι τυχαίο το ότι, ο Μπίμπερμαν ανήκει στους “δέκα του Χόλιγουντ”, δηλαδή σ’ αυτούς που έκλεισε στη φυλακή ο Μακάρθι για “αντιαμερικανικές ενέργειες”. Μόλις αποφυλακίστηκε το 1947, βάλθηκε να γυρίσει, παρέα με τους συνεργάτες του, “Το αλάτι της Γης”, μέσα σε πρωτοφανείς, πραγματικά “κινηματογραφικές” συνθήκες.
Το γύρισμα άρχισε το 1951, και ήταν μια σωστή περιπέτεια: ένοπλοι “εθνικόφρονες”, μέλη της Κου Κλουξ Κλαν κυνηγούσαν τα επίσης ένοπλα μέλη του κινηματογραφικού συνεργείου. Τεχνικοί και καλλιτέχνες έκαναν βάρδιες γύρω απ’ το χώρο του γυρίσματος για να κρατήσουν μακριά τους διώκτες τους, οι οποίοι, ως γνωστόν, απεχθάνονται την τέχνη και δη την προοδευτική.
Με τα πολλά, η ταινία γυρίστηκε, αλλά κανένα εργαστήριο δεν δεχόταν να την επεξεργαστεί. Κατόπιν τούτου, οι κινηματογραφιστές την τεμάχισαν και τη δούλεψαν κατά δόσεις σε πολλά εργαστήρια.
Ακόμα και μετά την επεξεργασία της όμως όπως ήταν φυσικό, η ταινία απαγορεύτηκε.
Στην Ευρώπη, το φιλμ έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και βραβεύτηκε σε πολλά διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ, ενώ η “πανηγυρική” πρεμιέρα στην Αμερική, δόθηκε παράνομα σ’ έναν απόμερο συνοικιακό κινηματογράφο όγδοης κατηγορίας της Νέας Υόρκης.
Τέλος, μόλις το 1964, δεκατρία χρόνια μετά το γύρισμα, η ταινία παίχτηκε νόμιμα και στις ΗΠΑ.

Αφιέρωμα στην ιστορία του ρεμπέτικου - Γ’ μέρος
Συνεχίζουμε  αυτόν τον μήνα, το αφιέρωμα στην ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού που αρχίσαμε στο φύλλο 960, μέσα από την παρουσίαση της ζωής και του έργου των βασικότερων εκπροσώπων του. Μετά το πρώτο μέρος για τις κοινωνικοπολιτικές ρίζες του ρεμπέτικου και το δεύτερο για τη ζωή και το έργο του Βαγγέλη Παπάζογλου, στο φύλλο αυτό συνεχίζουμε με την παρουσίαση ενός ακόμα Μικρασιάτη ρεμπέτη του Σπύρου Περιστέρη. 

Σπύρος Περιστέρης
Ο δημιουργός του “Μινόρε της Αυγής”

Γεννημένος στη Σμύρνη το 1900, ο Περιστέρης ανήκει στην πρωτοπορία των προσφύγων Σμυρνιών μουσικών που συνέβαλαν αποφασιστικά στην άνθιση του τότε λαϊκού τραγουδιού. Μαζί με τους Βαγγέλη Παπάζογλου και Πάνο Τούντα, αποτελούν τους κορυφαίους εκπρόσωπους της σμυρναίικης σκηνής στον Πειραιά.
Και οι δύο γονείς του ήταν μουσικοί, ενώ ο ίδιος πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην Κωσταντινούπολη, όπου απόκτησε δυτική μόρφωση και λόγια δυτική μουσική παιδεία. Οντας πλέον δεινός μουσικός,  γνωστός σε όλη τη Μικρά Ασία, κυρίως λόγω του μαντολίνου, μα και πολλών άλλων οργάνων, μετακόμισε το 1920 στην Σμύρνη. Εκεί παίζει ως πρώτο μαντολίνο στη περίφημη, πανευρωπαϊκής εμβέλειας Εστουδιαντίνα, “Τα Πολιτάκια”, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος ο πατέρας του Αριστείδης Περιστέρης.
Ερχομός στην Αθήνα - Ανάδειξη
στη δισκογραφική βιομηχανία
Ηρθε στην Αθήνα το 1924. Τον πρώτο καιρό, αναγκάζεται όπως άλλωστε και όλοι οι πρόσφυγες μουσικοί, να εργαστεί κάτω από δύσκολες συνθήκες σε διάφορες σμυρναίικες και δημοτικές ορχήστρες. Το διάστημα αυτό συνεργάζεται, κυρίως, με μικρασιάτες μουσικούς, όπως οι Αντώνης Διαμαντίδης, Γιάννης Δραγάτσης, Δημήτρης Αραπάκης, Κώστας Σκαρβέλης και Κώστας Καρίπης, ενώ το 1929 ιδρύει εκ νέου τα “Πολιτάκια”, με συναδέλφους από το παλιότερο, ομώνυμο σχήμα.
Οι αρχές της δεκαετίας του 1930 τον βρίσκουν μαέστρο στα “Νέα Πολιτάκια”, και σε άλλες λαϊκές κομπανίες, σε υπερωκεάνια με δρομολόγιο για Αμερική, όπου λέγεται πως ήρθε σε επαφή με τους μετανάστες της Νέας Υόρκης2. Το 1933 αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας “Οντεόν-Παρλοφόν” στην Αθήνα, θέση που διατηρεί μέχρι το θάνατό του, ενώ παράλληλα μπαίνει κι ενεργά ως συνθέτης στην δισκογραφία.

Το πέρασμα στο ρεμπέτικο
Ο Περιστέρης χρησιμοποίησε την προνομιακή αυτή θέση για να αναδείξει την αξία του μπουζουκιού. Παρά το ότι άνηκε στην ομάδα εκείνη των λόγιων Σμυρνιών μουσικών, οι οποίοι είχαν ανοίξει μέτωπο με το ρεμπέτικο, το οποίο τους εκτόπιζε, με συνειδητές και πεισμώδεις προσπάθειες ενσωμάτωσε το μπουζούκι στη δισκογραφία: Αφ’ ενός, με δική του παρέμβαση και πρωτοβουλία ηχογραφήθηκε το πρώτο τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη  στην “Oντεόν-Παρλοφόν” το 1933, το “Kαραντουζένι”3, κι αφ’ ετέρου, ο ίδιος συνθέτει και συμμετέχει σε μια σειρά ηχογραφήσεων ρεμπέτικων τραγουδιών, παίζοντας μπουζούκι με τη χαρακτηριστική “μαντολινίστικη” πενιά του, συνεργαζόμενος στην πρώτη φάση της δισκογραφίας του με τον Σμυρνιό τραγουδιστή Ζαχαρία Κασιμάτη.
Eχοντας τεράστιο μουσικό ταλέντο και αξεπέραστη μουσική παιδεία, πέρα από μεγάλος συνθέτης υπήρξε και δεινός ενορχηστρωτής. Συνεργάστηκε στενά, μεταξύ άλλων, με το Μάρκο Βαμβακάρη σε πολλά τραγούδια, ενορχηστρώνοντας  ηχογραφήσεις του. Ο ίδιος ο Βαμβακάρης αργότερα “περνάει” πολλά από τα τραγούδια του στο όνομά του, για να γλιτώσει την καταβολή μεριδίου στην πρώην γυναίκα του…
Πέρα απο το πειραιώτικο ρεμπέτικο, ο Περιστέρης προσαρμόζεται υποδειγματικά μετά το 1937 στην αναδυόμενη “Αθηναϊκή σκηνή”, των Παπαϊωάννου, Τσιτσάνη, Γκόγκου, Χιώτη και τη ρεμπέτικη καντάδα, που βρίσκεται πιο κοντά στο γνώριμό του Σμυρναίικο μινόρε, την επιτομή της σύντηξης ανατολής-δύσης στη Σμύρνη των αρχών του 20ου αιώνα.
Μετά την περίοδο παύσης της δισκογραφίας λόγω της Κατοχής, συνεχίζει την πορεία του στην ρεμπέτικη καντάδα, με αποκορύφωμα το μεγαλειώδες “Μινόρε της Αυγής”, το 19474.
Υπήρξε ενεργός μουσικός μέχρι και το 1963, όπου συμμετείχε σε λαϊκές ορχήστρες ως μαέστρος. Ο Περιστέρης άφησε μεγάλο έργο πίσω του, κι όχι μονάχα στο σμυρναίικο, το ρεμπέτικο ή γενικότερα το λαϊκό τραγούδι. Εγραψε και ελαφρό και επιθεωρισιακό τραγούδι. Hταν  πρωτοπόρος μουσικός, καθώς αναζητούσε διαρκώς νέες φόρμες έκφρασης, πάντα όμως σεβούμενος την παράδοση. Ορισμένα τραγούδια του είναι τα “Ωχ αμάν”, “Τα μπελεντέρια”, “Ο τεκετζής”, “Ο μάγκας του Βοτανικού”, “Ο Αντώνης ο βαρκάρης”, “Το μινόρε της Αυγής”, κ.α.

Πάνος Καραγιώργος


Παραπομπές:
1. Μαντολίνο, κιθάρα, μπουζούκι, πιάνο, ακορντεόν, κόντρα μπάσο κ.α.
2. Εκεί δραστηριοποιούνταν μουσικοί όπως ο Ιωάνης Χαλικιάς, ο Μανώλης Καραπιπέρης, ο Τέτος Δημητριάδης κ.α., οι οποίοι ηχογράφησαν μοναδικά μάγκικα τραγούδα από την δεκαετία του 1920. Ο Περιστέρης επηρεάστηκε βαθιά, ιδιαίτερα από το “Mινόρε του τεκέ” του μπουζουξή Χαλικιά, στα πρότυπα του οποίου συνέθεσε αργότερα το δικό του, “Mινόρε της Αυγής”.
3. Ο Περιστέρης επέμενε πως ο Βαμβακάρης και όχι ο Στράτος Παγιουμτζής έπρεπε να τραγουδήσει στην ηχογράφηση!
4. Στην ηχογράφηση συμμετείχαν οι Απόστολος Χατζηχρήστος, Μάρκος Βαμβακάρης, Γιάνης Σταμούλης και Κώστας Καπλάνης. Την πατρότητά του διεκδίκησαν οι Καπλάνης, Βαμβακάρης και η οικογένεια Χατζηχρήστου.

Περιεχόμενα | Αποστολή με email Αποστολή με email | Εκτυπώσιμη μορφή Εκτυπώσιμη μορφή

Προτείνετε το δημοσίευμα : Buzz : Cull : Baza : Bobit : Checkit : Digme : MindBlog : Shootme

Στήλες - Κατηγορίες: